Τρίτη, 10 Απριλίου 2018

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Α' ΜΕΡΟΣ

Ο Ευριπίδης (480 π.Χ. - 406 π.Χ.) ήταν Έλληνας τραγικός ποιητής και ένας από τους τρεις μεγάλους διδάσκαλους του αττικού δράματος στο αρχαίο ελληνικό θέατρο.
Καταγόμενος από τη Φλύα, δήμο της Κεκρωπίας (σημ. Χαλάνδρι), λέγεται ότι γεννήθηκε στη Σαλαμίνα την ημέρα της ναυμαχίας, όταν ο Αισχύλος αγωνιζόταν ως πρόμαχος άνδρας, ο δε Σοφοκλής ως έφηβος που έσερνε το χορό των επί το τρόπαιο επινικίων. Το γένος του ποιητή δεν ήταν επιφανές, όπως των άλλων τραγικών. Γονείς του φέρονται ο Μνήσαρχος και η Κλειτώ, την οποία ο Αριστοφάνης σκώπτει ως λαχανοπώλη (Αχαρν. 480, Ιππ. 19). Ο Ευριπίδης έζησε τα νιάτα του σε εποχή ακμάζουσα, το χρυσό αιώνα του Περικλέους, αλλά γέρασε στα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου, όπου έχασε έναν από τους γιους του.

Το έργο των σοφιστών και γενικότερα οι νέες ιδέες και τα καινούρια προβλήματα, συνυπάρχουν στα έργα του Ευριπίδη, αντικατοπτρίζοντας την αμφισβήτηση και τις πνευματικές έριδες της εποχής του. Κατά τον Φιλόχορο ο ποιητής έτυχε επιμελημένης αγωγής, σε συμμετοχή του σε εορτές του δήμου του, έγινε πυρφόρος του εκεί λατρευομένου Ζωστηρίου Απόλλωνα σε δε αγώνες έλαβε μέρος στο παγκράτιο και στην πυγμήν όπου και νίκησε ακόμη και στους Παναθήναιους γυμνικούς αγώνες. Γρήγορα όμως απαρνήθηκε τον αθλητισμό και μίσησε τους αθλητές διότι κατά τον ίδιο:

"κακῶν γὰρ μυρίων ὄντων καθ΄ Ἑλλάδα, οὐδὲν κάκιόν ἐστιν ἀθλητῶν γένος"

(Αποσπ. 282) (το κακό είναι τεράστιο στην Ελλάδα, τίποτα πιο κακό όμως δεν υπάρχει από το γένος των αθλητών).

Ασχολήθηκε και με τη ζωγραφική, τα δε έργα του παρουσιάσθηκαν στα Μέγαρα, την δε επ' αυτού ιδιοφυΐα μαρτυρούν και πλείστες εικόνες στις τραγωδίες του. Για λίγο ασχολήθηκε με τη φιλοσοφία και την ποίηση, αλλά και τη μουσική. Ήταν πρωτοφανής η αγάπη του για τη θάλασσα, η οποία σφράγισε οριστικώς και το όλο έργο του Ευριπίδη. Ο Ευριπίδης ήταν τύπος αντικοινωνικός (είχε ελάχιστους φίλους), εσωστρεφής, μελαγχολικός και δυσπρόσιτος, δεν ενδιαφέρθηκε για τα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα της εποχής του, ενώ αντιθέτως ασχολήθηκε ενεργά με το πνευματικό κίνημα του διαφωτισμού. Υπήρξε ακουστής (ακροατής) του Αναξαγόρα, Προδίκου, Πρωταγόρα (με τον οποίο κράτησε τις στενότερες σχέσεις) αλλά και του Σωκράτη με τον οποίο διατηρούσε μακρά φιλία. Θαυμαστής των φιλοσόφων Δημόκριτου και Ηράκλειτου διότι δεν ήταν μόνο μελετηρός αλλά διέθετε μια από τις πιο πλούσιες βιβλιοθήκες (Αθην.Ι,3). Αν και ήταν ιδιαίτερα ανοιχτός στην επίδραση της πνευματικής Αθήνας, εντούτοις διατήρησε την πνευματική του ακεραιότητα, διατυπώνοντας συχνά στις πνευματικές αντιλήψεις της εποχής του διάφορες επικρίσεις.
Με την πολιτική δεν ασχολήθηκε όπως οι άλλοι τραγικοί αλλά τη δική του θέση, γνώμη και θεωρία τις παρουσίαζε μέσα από τα έργα του κρίνοντας την άκρατη οχλοκρατία αλλά και κατακρίνοντας με σφοδρότητα τους δημαγωγούς που με ιταμότητα παρέσερναν στον όλεθρο τα πλήθη ενώ στην μεσαία τάξη των πολιτών αναγνώριζε τους σωτήρες της πόλης και φύλακες της τάξης:

"τριῶν δὲ μοιρῶν ἡ ἐν μέσῳ σῴζει πόλεις, κόσμον φυλάσσουσ' ὅντιν' ἂν τάξῃ πόλις"
(Ικετ.244-247). 
Αλλά και η φιλοπατρία του ποιητή είναι φλογερή και ενθουσιώδης, όπως φαίνεται στα έργα του, που δεν διστάζει να καυτηριάσει τους νικητές του Πελοποννησιακού πολέμου τους Λακεδαιμονίους για τους οποίους λέγει:

"ὦ πᾶσιν ἀνθρώποισιν ἔχθιστοι βροτῶν
Σπάρτης ἔνοικοι, δόλια βουλευτήρια,
ψευδῶν ἄνακτες, μηχανορράφοι κακῶν
ἑλικτὰ κοὐδὲν ὑγιὲς ἀλλὰ πᾶν πέριξ φρονοῦντες
ἀδίκως εὐτυχεῖτ' ἀν' Ἑλλάδα"
(Ανδρομ. 444 κ.εξ).

(Μισιτότεροι από όλους τους ανθρώπους, κάτοικοι της Σπάρτης, δόλιοι στη σκέψη, βασιλιάδες στο ψέμα, μηχανορράφοι των κακών, που δεν σκέφτεστε τίποτα τίμια και στα ίσα, αλλά πάντα το φέρνετε γύρω-γύρω, είναι αδικία να ευτυχείτε εσείς στην Ελλάδα)

Άγαλμα του Ευριπίδη
στο Μουσείο του Βατικανού,
Ρώμη
.
Ήταν σύγχρονος των σοφιστών και γι' αυτόν τον λόγο άλλωστε πολλές από τις απόψεις τους είτε δεν τις δεχόταν είτε τις παραποιούσε σύμφωνα με την δική του σκέψη. Ο Ευριπίδης με τις τραγωδίες του προβληματίζει τους πάντες ακόμη και σήμερα. Η τραγωδία του "Ελένη" παρουσιάζει στοιχεία πρωτοφανή για την εποχή εκείνη καθώς ο Ευριπίδης δίνει λόγο σε ρόλους ως τότε "βουβούς", όπως στο ρόλο του δούλου. Αρκετές φορές μέσα από τα έργα του αμφισβητεί τα πάντα, ακόμη και την ύπαρξη των Θεών, χωρίς ωστόσο να είναι άθεος.
Ο ιδιωτικός βίος του ποιητή δεν ήταν ευτυχής. Τη πρώτη του γυναίκα την Χοιρίνη την απέπεμψε για ακολασία. Η δεύτερη η Μελιτώ, υπήρξε πιο ακόλαστη απ τη πρώτη και τον εγκατέλειψε. Από την πρώτη απέκτησε τρεις γιους τον Μνησαρχίδη (έμπορος), τον Μνησίλοχο (έγινε υποκριτής) και τον Ευριπίδη τον νεότερο που δίδαξε (ανέβασε και παίχθηκαν) δράματα του πατέρα του μετά τον θάνατο εκείνου. Αναφέρεται και τέταρτος γιος, ο Ξενοφών, που σκοτώθηκε το 428 π.Χ., τη χρονιά που ο Ευριπίδης κέρδιζε διάκριση για τον Ιππόλυτο.
Ο Ευριπίδης το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του το πέρασε στην Αθήνα αλλά τα τελευταία χρόνια, τα έζησε στη Μακεδονία, προσκεκλημένος στην βασιλική αυλή της Πέλλας από τον ίδιο τον φιλόμουσο Βασιλιά Αρχέλαο που συνήθιζε να συγκεντρώνει μεγάλους καλλιτέχνες και να στηρίζει τη δραστηριότητά τους. Ειδικότερα, τα βασιλικά ανάκτορα διακοσμήθηκαν από τον ζωγράφο Ζεύξι και στην αυλή τους φιλοξενήθηκαν ο χορικός ποιητής Τιμόθεος ο Μιλήσιος, που είχε επηρεάσει την αρμονία των λυρικών μερών στις τραγωδίες του Ευριπίδη, ο επικός Χοιρίλος από την Σάμο και ο Αθηναίος τραγικός ποιητής Αγάθων.
Στη Μακεδονία ο ποιητής - μετά ολιγόχρονη παραμονή στη Μαγνησία όπου τιμήθηκε τα μέγιστα μέχρι προξενίας και ατέλειας - έγινε δέκτης επίσης μεγάλων τιμών από τον ίδιο τον Βασιλιά. Έγραψε το δράμα με τον τίτλο «Αρχέλαος» στο οποίο εγκωμίαζε τον Βασιλιά καθώς και το έργο «Βάκχαι» που όμως δεν αξιώθηκε να το παρουσιάσει λόγω του πρόωρου θανάτου του. Σύμφωνα με την επικρατέστερη θεωρία υπέκυψε στα τραύματα που του προκάλεσαν άγρια σκυλιά στην Αρέθουσα όπου και τελικά ετάφη με βασιλικές τιμές. Ο Αρχέλαος πένθησε και του ανήγειρε μεγαλοπρεπή τάφο που αργότερα έγινε τόπος προσκυνήματος των θαυμαστών του. Διασώθηκε το επίγραμμα που χαράχθηκε στον τάφο του Ευριπίδη {Ανθολογία, Ελληνικά 7,51} και αναγράφεται τα εξής:Οὔ σε κυνῶν γένος εἷλ', Εὐριπίδη, οὐδὲ γυναικὸς οἶστρος, τὸν σκοτίης Κύπριδος ἀλλότριον, ἀλλ' Ἀίδης καὶ γῆρας· ὑπαὶ Μακέτῃ δ' Ἀρεθούσῃ κεῖσαι ἑταιρείῃ τίμιος Ἀρχέλεω. σὸν δ' οὐ τοῦτον ἐγὼ τίθεμαι τάφον, ἀλλὰ τὰ Βάκχου βήματα καὶ σκηνὰς ἐμβάδι πειθομένας.'. Επίσης αναγέρθηκε κενοτάφιο στη μνήμη Ευριπίδη στην Πέλλα.
Αλλά και οι Αθηναίοι, όταν έμαθαν το θάνατό του πένθησαν. Ο δε Σοφοκλής παρουσιάσθηκε με μαύρο χιτώνα και εισήγαγε αστεφάνωτους(λόγω του θανάτου του Ευριπίδη) τους υποκριτές και τον χορό κατά την είσοδό τους στο Θέατρο. Μετά την άρνηση του Μακεδόνα Βασιλιά να τους παραδώσει τα οστά του Ευριπίδη, εκείνοι ανήγειραν μέγα κενοτάφιο στην άγουσα προς Πειραιά οδό (Παυς. 1,2,2) με το υπό Θουκυδίδη επίγραμμα:

μνῆμα μὲν Ἑλλὰς ἅπασ' Εὐριπίδου, ὀστέα δ' ἴσχει
γῆ Μακεδών, ᾗπερ δέξατο τέρμα βίου,.
πατρὶς δ' Ἑλλάδος Ἑλλὰς Ἀθῆναι, πλεῖστα δὲ Μούσαις
τέρψας ἐκ πολλῶν καὶ τὸν ἔπαινον ἔχει

(Μνήμα όλη η Ελλάδα για τον Ευριπίδη, κι ας είναι τα κόκαλά του στη Μακεδονία, αφού αυτή δέχτηκε το τέλος της ζωή του, πατρίδα του είναι η Αθήνα, η Ελλάς της Ελλάδος)

Κατόπιν οι Αθηναίοι με πρόταση του ρήτορα Λυκούργου έστησαν χάλκινο ανδριάντα του ποιητή στο θέατρο του Διονύσου. Κατά τον βιογράφο ο τραγικός ποιητής φαίνονταν σκυθρωπός, αυστηρός και αγέλαστος, εικόνα θεόπνευστου ποιητή

Σύνολο έργων
Ο Ευριπίδης εκτός ενός επινίκιου προς τιμή του Αλκιβιάδη που νίκησε στο άρμα και μιας ελεγείας προς τιμή των πεσόντων Αθηναίων στις Συρακούσες, εποίησε 92 δράματα ή 23 τετραλογίες αλλά στα χρόνια των βιογράφων του σώζονταν μόνο τα 78 εκ των οποίων τα 8 ήταν σατυρικά. (Στην πίσω πλευρά του εις Λούβρο ανδριάντα αναγράφονται σε αλφαβητική σειρά 37 δράματα μέχρι του Ορέστη). Σήμερα είναι γνωστοί 81 τίτλοι έργων εκ των οποίων έχουν διασωθεί «πλήρη» 19 εξ ων 1 σατυρικό. Αν και η συγγραφική σταδιοδρομία του Ευριπίδη υπήρξε έντονη, εντούτοις επειδή προξένησε πολύ θόρυβο για την εποχή του, δεν τον επιδοκίμαζε ιδιαίτερα το κοινό, γεγονός που φαίνεται από το ότι ο Ευριπίδης αν και συμμετείχε πενήντα χρόνια στους δραματικούς αγώνες, βγήκε πρώτος σε αυτούς μόλις τέσσερις φορές. Για πρώτη φορά συμμετείχε σε ποιητικό αγώνα το 455 π.Χ., τρία χρόνια έπειτα από την "Ορέστεια" του Αισχύλου ( 358 π.Χ.), όπου βγήκε τρίτος (ο Ευριπίδης), διδάσκοντας το έργο «Πελιάδας» με το οποίο και έλαβε τις «τριτείες» και εφεξής δίδασκε μέχρι το τέλος του βίου του. Κατά το Πάριο μάρμαρο το 441 π.Χ. σε αγώνα αξιώθηκε των πρωτείων σε ηλικία μόλις 39 ετών.
Ένα επίγραμμά του σώζεται στην Παλατινή Ανθολογία (Χ 107).
«σοφὸς Σοφοκλῆς, σοφώτερος δ' Εὐριπίδης, ἀνδρῶν δὲ πάντων Σωκράτης σοφώτερος.»


Πλήρη έργα

Τα διασωθέντα 19 πλήρη έργα από τους 81 γνωστούς τίτλους, κατ΄ αλφαβητική σειρά με το έτος παρουσίασης
Άλκηστις - 438 π.Χ. 
Ανδρομάχη - 420 π.Χ. 
Βάκχαι - 407 π.Χ. 
Εκάβη - 425 π.Χ.
Ελένη - 412 π.Χ.
Ηλέκτρα - 413 π.Χ. 
Ηρακλείδαι - 417 π.Χ.
Ηρακλής μαινόμενος - 424 π.Χ.
Ικέτιδες - 420 π.Χ. 
Ιππόλυτος - 428 π.Χ. 
Ιφιγένεια εν Αυλίδι άγνωστο έτος 
Ιφιγένεια εν Ταύροις άγνωστο έτος 
Ίων - 412 π.Χ. 
Κύκλωψ - (το μοναδικό σατυρικό), έτος άγνωστο. 
Mήδεια - 431 π.Χ.
Ορέστης - 408 π.Χ. 
Ρήσος - 453 π.Χ.
Τρωάδες - 415 π.Χ. 
Φοίνισσαι - 408 π.Χ. 


Angelika Kauffmann  - Death of Alcestis

Άλκηστις

Η Τραγωδία Άλκηστις παρέχει πρότυπο γυναικείας συζυγικής αφοσίωσης. Η επώνυμη ηρωίδα θυσιάζεται υπέρ του ανδρός της Αδμήτου, Βασιλέως των Φερών. Όμως ο Ηρακλής κατόπιν μονομαχίας με τον θάνατο την επαναφέρει στη ζωή.
Η Άλκηστις είναι ένα έργο που κρατά τη θέση σατυρικού δράματος. Στο έργο του Άλκηστις (438 π.Χ.) η ηρωίδα του πεθαίνει με τη θέλησή της, για να σώσει από το θάνατο τον άνδρα της Άδμητο, βασιλέα των Φερών.
Η Άλκηστις είναι ένα ιδιαίτερο έργο. Ο Lesky αναφέρει πως σε ένα πρώτο επίπεδο στην Άλκηστη αναγνωρίζουμε την ιστορία μιας γυναίκας που, ούσα ερωτευμένη, θυσιάζει τη ζωή της ανταλλάσσοντάς τη με εκείνη του άνδρα της. Την ίδια στιγμή, βέβαια, η αφήγηση προσλαμβάνει στο δράμα του Ευριπίδη διαφορετικά χαρακτηριστικά. Αυτό που κάποτε ήταν μια λύση χωρίς προβλήματα, αποδεικνύεται η αρχή μιας καινούριας δυστυχίας. Ο H. D. F. Kitto γράφει επίσης για την ηρωίδα: «Δε χρειάζεται να το πούμε, στην αβρή και σοφιστεμένη Άλκηστη δεν υπάρχουν σατυρικά ίχνη· ο μισομεθυσμένος Ηρακλής αποτελεί το περισσότερο ένα ίχνος ρηχής κωμωδίας. Το έργο είναι ατόφια τραγικωμωδία». Η αναφορά σε ορισμένους από τους μελετητές του συγκεκριμένου έργου, γίνεται για να τονιστεί η διαφορετικότητά του από όλες σχεδόν τις τραγωδίες, καθώς παίχθηκε στη θέση ενός σατυρικού δράματος και διαθέτει πλούτο στοιχείων στη δομή του.
Στο συγκεκριμένο έργο, επίσης, διακρίνουμε μια χαρακτηριστική διαφορά του Ευριπίδη από τον Σοφοκλή. Η ηρωίδα του είναι θύμα, ένα αθώο θύμα, κάτι που δεν συμβαίνει με τις πρωταγωνίστριες του δεύτερου, ο οποίος τις παρουσίαζε μάλλον κατά το ηρωικό-ομηρικό πρότυπο. Είναι η μάνα, μια γήινη ύπαρξη, εύθραυστη και ταυτόχρονα σύντροφος αφοσιωμένη στο περιβάλλον, το οποίο δεν είναι άλλο από την οικογένειά της και το σπίτι της. Μέσα σε αυτόν το μικρόκοσμο μπορεί να εκδηλώσει την αυτοθυσία της. Είναι ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να δείξει στους οικείους αλλά και τον σύζυγό της, την αγάπη της. Σε αρκετές σκηνές ο ποιητής, πότε με λεπτές αποχρώσεις πότε με έντονες συγκινήσεις, διαχωρίζει αυτόν τον ιδιαίτερο γυναικείο συναισθηματικό κόσμο από την ουδέτερη και ενίοτε αναποφάσιστη στάση των ανδρών.
Η μητρική αγάπη, η συζυγική φροντίδα, μαζί με τον πόνο της απώλειας εμπλέκονται σε στιγμές που χάνεται η ισορροπία για την ειλημμένη απόφαση της θυσίας. Η Άλκηστη πέρα από αφοσιωμένη σύζυγος όπως παρουσιάζεται, δεν παύει να είναι και μητέρα που μαζί με το νήμα της ζωής της πρέπει να κόψει και το νήμα που τη συνδέει με τα παιδιά της, όσο και με την υπόλοιπη οικογένειά της. Η γενναία της πράξη, ωστόσο, θα αναγνωριστεί από τους ίδιους τους θεούς και αυτό γίνεται εμφανές με την παρουσία του Απόλλωνα στο έργο. Ο σεβασμός που αποσπά από τους γύρω της, γίνεται γνωστός από τα λόγια του χορού (στ. 1002). Ο από μηχανής θεός είναι ικανός να δώσει μια μεταφυσική λύση για την άξια γυναίκα, να ξανακερδίσει τη ζωή της, τη σωτηρία της. Τούτο το στοιχείο της γλυκύτητας, της ανωτερότητας και της αυτοθυσίας ο Ευριπίδης το μεταφέρει σε όλη τη διάρκεια του έργου του, καταφέρνοντας να προσδώσει στην Αλκήστιδα την όψη μιας μοναδικής ηρωίδας, όσο και μητέρας-συζύγου. Αυτό φαίνεται έντονα από την απέχθειά της στην ιδέα μιας μητριάς που θα μπορούσε να αναλάβει τα παιδιά της (στ. 305).

Ο Ευριπίδης διακρίνεται ισάξια ποιητής όσο και φιλόσοφος στη διδασκαλία του συγκεκριμένου έργου. Δεν αρκείτο στην προβολή ενός έργου ως αντικειμένου ενός διαγωνισμού. Οι επαφές του με την Ασπασία,η ικανότητά του να διεισδύει στο ψυχικό βάθος των χαρακτήρων του, όπως και η πολιτική-κοινωνική του στάση προσέδιδαν στα έργα του μια ιδιαίτερη όψη. Στη μεταηρωική εποχή της Αθήνας, πιθανώς θέλησε να αντιπαραθέσει το ρόλο του αντιήρωα. Διακριτικά για να αποφύγει ενδεχόμενη κριτική από τους συμπολίτες του, με το δικαίωμα της έκρηξης, μιας κατάστασης η οποία προκύπτει από ιερή και δίκαιη αγανάκτηση των ηρωίδων του, βγάζει τη γυναίκα-σύζυγο έξω από τα στενά πλαίσια του χώρου που ζει και διαχειρίζεται -δηλαδή την οικία της- και της προσδίδει πιο ενεργό ρόλο. Αν και το σκηνικό της Αλκήστιδας εκτυλίσσεται στα όρια του οίκου, η φωνή της ηρωίδας του ξεπερνά τον αυλόγυρο του οίκου και μεταφέρει στα μάτια και τα αυτιά των ακροατών έντονο προβληματισμό. Θυσιάζεται με ηρωικό τρόπο, με μια ανδροπρεπή θα λέγαμε δυναμική και αποφασιστικότητα. Ο Ευριπίδης παρουσιάζει μεν ελαττώματα που δεν αποτελούν προνόμιο μόνο των γυναικών, -παρουσιάζονταν ωστόσο ως τέτοια στον αρχαίο κόσμο- όπως η ζήλεια, ο θυμός που φτάνει στα επίπεδα του παραλογισμού και από την άλλη προβάλλει με σαφήνεια και τις αιτίες των συγκεκριμένων αντιδράσεων. Δεν κατακρίνει αλλά συζητά και προσπαθεί να εξηγήσει με τον τρόπο του τα όσα συμβαίνουν, καθώς η Άλκηστις ή η Μήδεια συνυπάρχουν με συζύγους όπως ο Ιάσων και ο Άδμητος.

Αυτό που αναδεικνύεται στο συγκεκριμένο έργο, είναι το γεγονός πως ο Ευριπίδης δοκίμασε να απελευθερώσει τις ηρωίδες του μέσα από τους ρόλους που τους προσέδωσε. Επέτρεψε στον μέχρι τότε καταπιεσμένο συναισθηματικό κόσμο που εκπροσωπούσαν να γίνει αντικείμενο μελέτης και να ξεφύγει από την κοινωνική απομόνωση που της είχε επιβάλλει ο πατριαρχικός αρχαίος κόσμος της κλασικής εποχής. Εν τέλει ο Ευριπίδης πρώτος από όλους έθεσε ουσιαστικά μέσα από την τέχνη του το συμπέρασμα πως για ανάλογες συμπεριφορές γυναικών κύριο ρόλο κατέχει η συμπεριφορά των συζύγων τους.

Alcestis και Admetus, αρχαία ρωμαϊκή τοιχογραφία (45-79 μ.Χ.) 


Απόσπασμα 

ΣΤΑΣΙΜΟΝ ΠΡΩΤΟΝ (213-237)

ΗΜΙΧ. ἰὼ Ζεῦ, τίς ἂν [πῶς] πᾷ πόρος κακῶν [στρ.]
γένοιτο καὶ λύσις τύχας
ἃ πάρεστι κοιράνοις;
ΗΜΙΧ. αἰαῖ· εἶσί τις; ἢ τέμω τρίχα,
καὶ μέλανα στολμὸν πέπλων
ἀμφιβαλώμεθ᾽ ἤδη;
ΗΜΙΧ. δῆλα μέν, φίλοι, δῆλά γ᾽, ἀλλ᾽ ὅμως
θεοῖσιν εὐχώμεσθα· θεῶν
γὰρ δύναμις μεγίστα.
ΧΟ. ὦναξ Παιάν,
ἔξευρε μηχανήν τιν᾽ Ἀδμήτῳ κακῶν.
πόριζε δὴ πόριζε· καὶ πάρος γὰρ
†τοῦδ᾽ ἐφεῦρες†, καὶ νῦν
λυτήριος ἐκ θανάτου γενοῦ,
φόνιον δ᾽ ἀπόπαυσον Ἅιδαν.

ΗΜΙΧ. παπαῖ ‹. . . . . . . . . › [ἀντ.]
ὦ παῖ Φέρητος, οἷ᾽ ἔπρα-
ξας δάμαρτος σᾶς στερείς.
ΗΜΙΧ. αἰαῖ· ἄξια καὶ σφαγᾶς τάδε,
καὶ πλέον ἢ βρόχῳ δέρην
οὐρανίῳ πελάσσαι;
ΗΜΙΧ. τὰν γὰρ οὐ φίλαν ἀλλὰ φιλτάταν
γυναῖκα κατθανοῦσαν εἰν
ἄματι τῷδ᾽ ἐπόψῃ.
ΧΟ. ἰδοὺ ἰδού,
ἥδ᾽ ἐκ δόμων δὴ καὶ πόσις πορεύεται.
βόασον ὦ, στέναξον, ὦ Φεραία
χθών, τὰν ἀρίσταν
γυναῖκα μαραινομέναν νόσῳ
κατὰ γᾶς χθόνιον παρ᾽ Ἅιδαν.



✦✦✦✦

ΧΟΡ., σε λυρικό διάλογο
― Δία, ω Δία, πού θα βρεθεί ένας λυτρωμός,
μια φυγή μέσ᾽ απ᾽ τη μοίρα τη βαριά
που χτυπά τους βασιλιάδες;
― Συφορά! Θα ᾽ρθει κανείς, ή τα μαλλιά μου
πια θα κόψω κι από τώρα εγώ στα μαύρα
να ντυθώ;
― Φανερό, καλοί μου φίλοι, φανερό,
πάλι ωστόσο στους θεούς μας ας δεηθούμε·
ω, μεγάλη η δύναμη είναι των θεών.
ΚΟΡ. Παιάνα λυτρωτή, έναν τρόπο σκέψου,
απ᾽ το κακό τον Άδμητο να σώσεις.
ΧΟΡ. Δώσε εσύ τη σωτηρία· κι άλλη φορά
βρήκες λύση· έτσι και τώρα
απ᾽ το θάνατο εσύ γίνε λυτρωτής,
το φονιά τον Άδη εσύ σταμάτησέ τον.

ΧΟΡ., σε λυρικό διάλογο.
― Άδμητέ μας, γιε του Φέρη, βασιλιά μας,
τη γυναίκα σου να χάνεις! Συμφορά
φοβερή σ᾽ έχει χτυπήσει.
― Συμφορά, που λες καλύτερ᾽ ας πεθάνω·
θα ᾽ναι λίγο το λαιμό μου να περάσω
σε θηλειά.
― Τη γυναίκα, τη γυναίκα π᾽ αγαπάς
—π᾽ αγαπάς; που τη λατρεύεις— ήρθε η μέρα
που τα μάτια σου νεκρή πια θα τη δουν.
ΚΟΡ. Κοιτάξτε, γιά κοιτάξτε, απ᾽ το παλάτι
εκείνη βγαίνει, κι ο Άδμητος μαζί της.

Μετάφραση - Θρασύβουλος Σταύρου

Jacques Louis David - Η Ανδρομάχη θρηνεί το νεκρό Έκτορα 

 Ανδρομάχη 


H Ανδρομάχη είναι τραγωδία του αρχαίου ελληνικού θεάτρου που έγραψε ο Ευριπίδης και η οποία διδάχθηκε (παίχθηκε) το 420 π.Χ. στην αυλή του Βασιλιά Θαρύπα των Μολοσσών, στην αρχαία Πασσαρώνα της Ηπείρου. Πρόκειται για μία πολιτική αλλά και κοινωνική τραγωδία που έχει προβληματίσει τους κριτικούς, οι περισσότεροι από τους οποίους ειδικά στο παρελθόν εξέταζαν το έργο με τα αριστοτέλεια κριτήρια και δεν έβρισκαν σε αυτό επαρκή ενότητα στο βασικό θέμα. Η Ανδρομάχη του Ευριπίδη θεωρείται όμως ότι αδικήθηκε και ότι απλώς ήταν υπερβολικά πολυδιάστατη και πρωτοποριακή ως προς τη δομή της για την εποχή της.

Το έργο έχει όντως έναν ιδιαίτερα πολυσήμαντο χαρακτήρα (: κοινωνικό, προσωπικό, θρησκευτικό, φιλοσοφικό, πολιτικό και ερωτικό). Στοχοποιεί ταυτόχρονα πολλά δεινά: τον πόλεμο αυτό καθαυτό, την απληστία, την προδοσία, τις προσωπικές αδυναμίες, την εν τυφλώ υποταγή στους θεούς (χωρίς και να τους απορρίπτει όμως) και τη γυναικεία απιστία , χωρίς να απορρίπτει τον καλό γάμο ο οποίος στηρίζεται στη σωφροσύνη της γυναίκας και του άνδρα.

Το έργο διακρίνεται για την έντονη αντισπαρτιατική τοποθέτησή του, και ο Ευριπίδης κατηγορεί τους Λάκωνες ως εγκληματίες, για ανομία και δολιότητα, γεγονός που ερμηνεύεται από την ιστορική στιγμή (:ο Πελοποννησιακός πόλεμος βρίσκεται απλώς σε φάση ύφεσης και είναι πρόσφατη η εικονική δίκη και εκτέλεση των συμμάχων Πλαταιέων,αλλά και η απώλεια του στρατηγού Ξενοφώντα που σύμφωνα με πηγές ήταν γιος του) Άλλοι βλέπουν στο έργο μια σαφή αντιρατσιστική τοποθέτηση με την "βάρβαρη Ανδρομάχη" να εξιδανικεύεται, άλλοι μια ξεκάθαρη επίθεση στην προδοσία και την απληστία ενώ άλλοι βλέπουν ως κεντρικό μήνυμα την ευθραυστότητα της καλοτυχίας και τον προσωρινό χαρακτήρα της ευτυχίας, εφ όσον αυτή ορίζεται από τα πλούτη και τη δόξα


Υπόθεση

Ο Νεοπτόλεμος μετά την άλωση της Τροίας παίρνει ως τρόπαιο και παλλακίδα την Ανδρομάχη (χήρα του Έκτορα) και αποκτά μαζί της έναν γιο, τον Μολοσσό. Στη συνέχεια νυμφεύεται όμως την Ερμιόνη, κόρη του Μενελάου με την οποία δεν αποκτά παιδί. Οταν πηγαίνει στο Μαντείο των Δελφών για να εξιλεωθεί επειδή είχε μεμφθεί τον Απόλλωνα για το θάνατο του πατέρα του Αχιλλέα, η Ερμιόνη βρίσκει ευκαιρία να ξεφορτωθεί την Ανδρομάχη. Επιδιώκει να τη σκοτώσει ο πατέρας της Μενέλαος (πεθερός πλέον του Νεοπτόλεμου). Η Ανδρομάχη φοβάται για τη ζωή του παιδιού της και το στέλνει μακριά ενώ η ίδια καταφεύγει στο ιερό της Θέτιδας. Οι άνθρωποι του Μενέλαου βρίσκουν το παιδί και την εκβιάζουν, οπότε βγαίνει από το ιερό στο οποίο είχε βρει άσυλο. Ενώ ετοιμάζονται οι άνθρωποι του Μενέλαου να σκοτώσουν μάνα και παιδί, παρεμβαίνει ο Πηλέας, ο γέροντας παππούς του Νεοπτόλεμου, οπότε ο Μενέλαος επιστρέφει στη Σπάρτη. Η Ερμιόνη φοβάται τώρα τι θα κάνει ο Νεοπτόλεμος μόλις γυρίσει και μάθει τα καμώματά της. Τότε εμφανίζεται ο παλιός της έρωτας ο Ορέστης που την παίρνει μαζί του στη Σπάρτη ελπίζοντας να παντρευτούν. Προηγουμένως έχει φροντίσει να δολοφονηθεί ο Νεοπτόλεμος στους Δελφούς. Ο Πηλέας οδύρεται για τον γιο του και η Θέτις τον συμβουλεύει να τον θάψει στους Δελφούς και να στείλει την Ανδρομάχη με το παιδί της στου Μολοσσούς, υποσχόμενη στον ίδιο ότι τον κάνει αθάνατο και τον θεοποιεί.
......................
Στην Ανδρομάχη προβάλλονται πολύ οι γυναίκες, γεγονός που πιθανά ερμηνεύεται από την προσπάθεια του συγγραφέα να χρησιμοποιήσει το γυναικείο φύλο σε εποχή που ο ανδρικός ηρωισμός διέρχεται κρίση. Κατά γενική εκτίμηση παλιότερα η Ανδρομάχη θεωρείτο "όχι και η καλύτερη των τραγωδιών του Ευριπίδη". Η βασική ένσταση εστιαζόταν σε τεχνικά ζητήματα, στους νεωτερισμούς του συγγραφέα και διανοητή καθώς και στην τάση του να πειραματίζεται αδιάκοπα -όχι στην ουσία του έργου. Ξένισαν οι αναχρονισμοί του (γράφτηκαν ολόκληρες σελίδες για το πώς πρόλαβε ο Ορέστης να συνοδεύσει την Ερμιόνη και να πάει στους Δελφούς να σκοτώσει τον Νεοπτόλεμο) και η δυσκολία εντοπισμού ενός κεντρικού ήρωα όπως ήταν ο κανόνας στις τραγωδίες της εποχής -όχι όμως και στα πάντα πολυδιάστατα έργα του Ευριπίδη. Ο ήρωας κατά τη γνώμη των κριτικών έπρεπε να είναι διαρκώς παρών και όχι να χάνεται (όπως η Ανδρομάχη, που λείπει από πολλές σκηνές και φέρεται να επανεμφανίζεται ίσως βουβή στο τέλος). Εντούτοις οι περισσότεροι κριτικοί σήμερα δέχονται ότι το έργο ουσιαστικά έχει τρεις ενότητες με την κάθε μια να έχει σαφώς αρχή και τέλος, περιπέτεια και σωτηρία (στην πρώτη ενότητα η Ανδρομάχη που σώνεται από το Πηλέα, στη δεύτερη η Ερμιόνη που ο Ορέστης την γλιτώνει από τις συνέπειες των πράξεών της και στην τρίτη ο Πηλέας που σώνεται από την Θέτιδα. Σε αυτές τις ενότητες παλιότερα οι κριτικοί έβλεπαν αδυναμία του συγγραφέα και όχι δημιουργικότητα όπως σήμερα. Τέλος τους ενόχλησε (κυρίως στην εποχή του, αλλά και σήμερα, τους συντηρητικούς αρχαιολάτρες) η ελευθεροστομία των ηρώων την οποία ανέχονταν μόνο στις κωμωδίες (π.χ. στην Ανδρομάχη η φράση "απληστία λέχους"). Στην Ανδρομάχη όπως και σε άλλα έργα του -μα και στην προσωπική ζωή του- ο Ευριπίδης έδειξε να μη φοβάται τις αλλαγές, το ρεαλισμό και την αμφισβήτηση και αποτέλεσε επιλογή του να διαφοροποιηθεί από τους συγχρόνους του στη δομή, χρησιμοποιώντας ως ενοποιητικό παράγοντα στο συγκεκριμένο έργο κατ' άλλους την Ανδρομάχη που το δράμα της πυροδοτεί όλες τις εξελίξεις και κατ' άλλους τον απολύτως απόντα Νεοπτόλεμο.Η Ανδρομάχη αξιολογείται ως μάλλον το πιο αδικημένο παρά το πιο μέτριο έργο του Ευριπίδη, καθώς προβάλλει με καινοτόμο τέχνη πολλά και βαθύτατα ζητήματα

Andromache by José Vilches


Απόσπασμα - ΣΤΑΣΙΜΟΝ ΤΡΙΤΟΝ (766-801)

ΧΟ. ἢ μὴ γενοίμαν ἢ πατέρων ἀγαθῶν [στρ.]
εἴην πολυκτήτων τε δόμων μέτοχος.
εἴ τι γὰρ πάσχοι τις ἀμήχανον, ἀλκᾶς
οὐ σπάνις εὐγενέταις,
κηρυσσομένοισι δ᾽ ἀπ᾽ ἐσθλῶν δωμάτων
τιμὰ καὶ κλέος· οὔτοι λείψανα τῶν ἀγαθῶν
ἀνδρῶν ἀφαιρεῖται χρόνος· ἁ δ᾽ ἀρετὰ
καὶ θανοῦσι λάμπει.

κρεῖσσον δὲ νίκαν μὴ κακόδοξον ἔχειν [ἀντ.]
ἢ ξὺν φθόνῳ σφάλλειν δυνάμει τε δίκαν.
ἡδὺ μὲν γὰρ αὐτίκα τοῦτο βροτοῖσιν,
ἐν δὲ χρόνῳ τελέθει
ξηρὸν καὶ ὀνείδεσιν ἔγκειται δόμων.
ταύταν ᾔνεσα ταύταν καὶ φέρομαι βιοτάν,
μηδὲν δίκας ἔξω κράτος ἐν θαλάμοις
καὶ πόλει δύνασθαι.

ὦ γέρον Αἰακίδα, [ἐπῳδ.]
πείθομαι καὶ
σὺν Λαπίθαισί σε Κενταύ-
ροις ὁμιλῆσαι δορὶ
κλεινοτάτῳ· καὶ ἐπ᾽ Ἀργῴου δορὸς ἄξενον ὑγρὰν
ἐκπερᾶσαι ποντιᾶν Ξυμπληγάδων
κλεινὰν ἐπὶ ναυστολίαν,
Ἰλιάδα τε πόλιν ὅτε πάρος
εὐδόκιμος ὁ Διὸς ἶνις ἀμφέβαλε φόνῳ,
800κοινὰν τὰν εὔκλειαν ἔχοντ᾽
Εὐρώπαν ἀφικέσθαι.

✦✦✦✦

ΧΟΡΟΣ
Καλύτερα κανείς να μη γεννιέται [στρ.]
αν δεν κρατάει από γενιά μεγάλη
κι αρχοντική.
Γιατί κι αν κάποτε κακοτυχήσει,
κάποια βοήθεια θα βρει
ο αρχοντογεννημένος.
Μα και στην ευτυχία τους
έχουν τιμές και δόξες
αυτοί που ανήκουν στα μεγάλα τζάκια.
Κι ούτε δα τα γεράματα
των μεγάλων ανδρών τη φήμη θαμπώνουνε·
κι αν θα πεθάνουν, η αρετή τους λάμπει.

Καλύτερα κανείς να μην πετύχει [αντ.]
νίκη κακόφημη
παρά με ζήλια κι αγριάδα
να πατήσει το δίκιο.
Μια τέτοια νίκη ευχαριστεί
για λίγο τους θνητούς,
αλλά με του καιρού το πέρασμα
μεταλλάζει σε πίκρα.
Νά ποιά ζωή παινεύω εγώ
και προτιμώ: ούτε στην οικογένεια
ούτε στην πόλη,
να μην υπάρχει δύναμη έξω
απ᾽ της δικαιοσύνης τη δύναμη.

Γέροντα, γιε του Αιακού, [επωδ.]
το πιστεύω πως έλαμψες κάποτε
με το δοξασμένο κοντάρι σου
στων Κενταύρων τον πόλεμο και των Λαπιθών
και πως ανεβασμένος στην «Αργώ»,
για το ταξίδι το κοσμοξάκουστο,
την αφιλόξενη διάβηκες θάλασσα
των Συμπληγάδων.
Μετάφραση -  Γιώργος Γεραλής



Βάκχαι

Γράφτηκε το 407 π.Χ., όταν ο ποιητής βρισκόταν στην Πέλλα της Μακεδονίας, στην αυλή του βασιλιά Αρχέλαου, και σκηνοθετήθηκε από το γιο του το 405 π.Χ. στην Αθήνα. Η τραγωδία αυτή διδάχθηκε (παίχτηκε) μετά τον θάνατο του δημιουργού της, του Ευριπίδη(406πΧ).

Το έργο Βάκχαι έχει γνήσια Διονυσιακή υπόθεση, εξιστορεί δηλαδή την έλευση του Βάκχου (Διονύσου) στη Θήβα κατά την οποία ο Πενθέας φονεύεται από την μητέρα του Αγαύη, διότι αντιστάθηκε στη λατρεία του νέου θεού.

Μερικοί στηριζόμενοι σε κάποιες εσωτερικές μαρτυρίες και αναφορές πιστεύουν πως το έργο γράφτηκε για να διδαχτεί σε δραματικούς αγώνες που οργάνωσε ο Μακεδόνας βασιλιάς προς τιμή των Μουσών και του Διονύσου.

Η Τραγωδία αυτή παίχτηκε και στην παρθική βασιλική αυλή όπως ιστορεί ο Πλούταρχος (Κράσ. 33).


Η υπόθεση του έργου
Στο έργο του Ευριπίδη, συνυπάρχουν το τραγικό, το δραματικό και το θεατρικό στοιχείο. Είναι το μοναδικό έργο της αρχαιότητας, όπου ο Διόνυσος πρωταγωνιστεί ως ανθρωποποιημένος θεός, καθώς αυτό αποτελεί το δράμα του θεού, που είναι το δράμα του ανθρώπου. Δραματοποιούνται τα Θεοφάνια του Διονύσου και εξανθρωπίζεται το θείο. Μια καινούργια θρησκεία απειλεί, μια νέα δύναμη εισχωρεί που θέλει να επιβάλει τη δική της λατρεία.
Ο Διόνυσος, γιος του Δία και της κόρης του Κάδμου Σεμέλης, φτάνει στη Θήβα με μορφή ανθρώπου, για να επιβάλει τη λατρεία του. Οι κόρες του Κάδμου αμφισβητούν τη θεϊκή του καταγωγή αλλα τρελαίνονται από αυτόν και ως μαινάδες πια πηγαίνουν και παραμένουν στο Κιθαιρώνα λατρεύοντας. Ο βασιλιάς Πενθέας, εγγονός του Κάδμου και γιος της Αγαύης, αποφασίζει να στραφεί ενάντια στις μαινάδες. Συλλαμβάνει τον Διόνυσο, αλλ' αυτός ελευθερώνεται και με σεισμό καταστρέφει το παλάτι. Στη συνέχεια ο Πενθέας μεταβαίνει στο βουνό, αλλά εκεί οι μαινάδες, με πρώτη τη μητέρα του Αγαύη, τον διαμελίζουν. Η Αγαύη επιστρέφει θριαμβευτικά στην πόλη, αλλά ο Κάδμος την κάνει να συνειδητοποιήσει τι έπραξε. Το έργο κλείνει με την εμφάνιση του Διονύσου ως θεού και το μένος που πέφτει στην περιοχή. Δεν υπάρχει πρόσωπο στο έργο που δεν θα μεταμορφωθεί, ο ίδιος ο θεός μεταμορφώνεται από ζώο σε θνητό, ο Πενθέας από βασιλιάς γίνεται μαινάδα, ηδονοβλεψίας, αδύναμο παιδί, ελάφι σφάγιο.
Τα πρόσωπα του έργου
Διόνυσος (με τη μορφή θνητού): Ανοίγει την παράσταση. Γιος του Διός και της Σεμέλης. Κατά τη διάρκεια του έργου δεν φανερώνει την πραγματική του ταυτότητα, αλλά εμφανίζεται σαν ακόλουθος του Διονύσου.
Χορός: Γυναίκες από τη Λυδία. Βάκχες, ακόλουθες του Διονύσου.
Τειρεσίας: Μάντης. Είναι υποστηρικτής της νέα θρησκείας.
Κάδμος: Ο γηραιότερος από το σόι τού Πενθέα. Υποστηρίζει τη νέα θρησκεία, αν και δεν την αποδέχεται, γιατί πιστεύει ότι τιμά τη γενιά του.
Πενθέας: Εγγονός του Κάδμου και βασιλιάς τής Θήβας. Διώκει το Διόνυσο με σκοπό να βάλει τάξη στη Θήβα.
Αγαύη: Μητέρα του Πενθέα. Βακχεύει στα όρη, κάτω από την επιρροή του Διονύσου.
Αγγελιαφόρος Α: Βοσκός από τον Κιθαιρώνα.
Αγγελιαφόρος Β: Υπηρέτης του παλατιού.
Διόνυσος (με τη μορφή θεού): Εμφανίζεται στο τέλος του έργου με την πραγματική του μορφή, με σκοπό να εδραιώσει την κυριαρχία του.


Απόσπασμα  - ΕΞΟΔΟΣ (1024-1053)

ΑΓΓΕΛΟΣ ‹Β›
ὦ δῶμ᾽ ὃ πρίν ποτ᾽ ηὐτύχεις ἀν᾽ Ἑλλάδα
[Σιδωνίου γέροντος, ὃς τὸ γηγενὲς
δράκοντος ἔσπειρ᾽ ὄφιος ἐν γαίαι θέρος],
ὥς σε στενάζω, δοῦλος ὢν μὲν ἀλλ᾽ ὅμως
[χρηστοῖσι δούλοις συμφορὰ τὰ δεσποτῶν].
ΧΟ. τί δ᾽ ἔστιν; ἐκ βακχῶν τι μηνύεις νέον;
ΑΓ. Πενθεὺς ὄλωλε, παῖς Ἐχίονος πατρός.
ΧΟ. ὦναξ Βρόμιε, θεὸς φαίνηι μέγας.
ΑΓ. πῶς φήις; τί τοῦτ᾽ ἔλεξας; ἦ ᾽πὶ τοῖς ἐμοῖς
χαίρεις κακῶς πράσσουσι δεσπόταις, γύναι;
ΧΟ. εὐάζω ξένα μέλεσι βαρβάροις·
οὐκέτι γὰρ δεσμῶν ὑπὸ φόβωι πτήσσω.
ΑΓ. Θήβας δ᾽ ἀνάνδρους ὧδ᾽ ἄγεις ‹. . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .›;
ΧΟ. ὁ Διόνυσος ὁ Διόνυσος οὐ Θῆβαι
κράτος ἔχουσ᾽ ἐμόν.
ΑΓ. συγγνωστὰ μέν σοι, πλὴν ἐπ᾽ ἐξειργασμένοις
κακοῖσι χαίρειν, ὦ γυναῖκες, οὐ καλόν.
ΧΟ. ἔνεπέ μοι, φράσον· τίνι μόρωι θνήισκει
ἄδικος ἄδικά τ᾽ ἐκπορίζων ἀνήρ;
ΑΓ. ἐπεὶ θεράπνας τῆσδε Θηβαίας χθονὸς
λιπόντες ἐξέβημεν Ἀσωποῦ ῥοάς,
λέπας Κιθαιρώνειον εἰσεβάλλομεν
Πενθεύς τε κἀγώ (δεσπότηι γὰρ εἱπόμην)
ξένος θ᾽ ὃς ἡμῖν πομπὸς ἦν θεωρίας.
πρῶτον μὲν οὖν ποιηρὸν ἵζομεν νάπος,
τά τ᾽ ἐκ ποδῶν σιγηλὰ καὶ γλώσσης ἄπο
σώιζοντες, ὡς ὁρῶιμεν οὐχ ὁρώμενοι.
ἦν δ᾽ ἄγκος ἀμφίκρημνον, ὕδασι διάβροχον,
πεύκαισι συσκιάζον, ἔνθα μαινάδες
καθῆντ᾽ ἔχουσαι χεῖρας ἐν τερπνοῖς πόνοις.


✦✦✦✦

Ω δώμα,
ευτυχισμένο άλλοτε στην Ελλάδα,
πώς οδύρομαι για σένα — εγώ, ένας δούλος, και όμως.
ΧΟΡΟΣ
Τί έγινε; Φέρνεις μήπως κάποιο νέο από τις βάκχες;
ΑΓΓΕΛΟΣ Β’
Ο Πενθέας, ο γιος του Εχίονος, δεν υπάρχει πια.
ΧΟΡΟΣ
Ω άναξ Διόνυσε, θεός φανερώνεσαι μέγας.
ΑΓΓΕΛΟΣ Β’
Τί λες; Τί ξεστόμισες;
Αλήθεια, χαίρεσαι, γυναίκα,
για τη συμφορά που βρήκε τον αφέντη μου;
ΧΟΡΟΣ
Ευοί, ευάν αλαλάζω ξένη με ξένες μελωδίες.
Δεν τρέμω πια τα δεσμά.
ΑΓΓΕΛΟΣ Β’
Και η Θήβα —τί φαντάστηκες;— δεν έχει άντρες;
ΧΟΡΟΣ
Ο Διόνυσος ο Διόνυσος με κυβερνά,
όχι η Θήβα.
ΑΓΓΕΛΟΣ Β’
Συγχωρείσαι βέβαια· όμως
να χαίρεστε, γυναίκες, με κακό που έγινε
δεν είναι ωραίο.
ΧΟΡΟΣ
Λέγε μου, ιστόρησε, με τί θάνατο επήγε
ο άδικος άνδρας που έπραττε το άδικο;
ΑΓΓΕΛΟΣ Β’
Όταν αφήσαμε πίσω μας τις παρυφές της Θήβας,
περάσαμε τις ροές του Ασωπού
και προχωρήσαμε στα βράχια του Κιθαιρώνα
ο Πενθέας, εγώ —εγώ συνόδευα τον αφέντη μου—
και μαζί μας ο ξένος που μας οδηγούσε στο ταξίδι.
Σταματήσαμε πρώτα σε μια χλοερή κοιλάδα.
Εσίγησαν τα βήματά μας και η γλώσσα μας,
για να βλέπουμε χωρίς να μας βλέπουν.
Ήταν ένα φαράγγι ανάμεσα σε γκρεμούς·
έτρεχαν νερά, το σκέπαζε ο ίσκιος του πεύκου.
Εκεί εκάθονταν οι μαινάδες,
με τα χέρια τους δοσμένα σε τερπνά έργα.

Μετάφραση -  Θ.Κ. Στεφανόπουλος.





Giuseppe Maria Crespi - Η Εκάβη τυφλώνοντας τον Πολυμήστορα

Εκάβη 


Η Εκάβη, μαζί με την Ανδρομάχη και τις Τρωάδες, συγκροτούν την ομάδα εκείνη των ευριπίδειων τραγωδιών που θεματοποιούν τις συνέπειες του Τρωικού πολέμου από τη σκοπιά των ηττημένων.
Η μητέρα του Έκτορα (Εκάβη), η γυναίκα του (Ανδρομάχη) και οι υπόλοιπες ευγενείς Τρωαδίτισσες παίρνουν τον δρόμο της σκλαβιάς μετά την πτώση της Τροίας ως αποτέλεσμα της μοιραίας έλξης του Πάρη για την Ελένη (η οποία παραμένει ατιμώρητη). Όμως το ηθικό ανάστημα και η βαθιά τραγικότητα, που εδράζεται κυρίως στη βιαιότητα της αλλαγής που επιφέρει στη μοίρα τους η τύχη, της μεταβολῆς ἐς τὸ ἐναντίον, επισκιάζουν τους νικητές, που αναδεικνύονται βάρβαροι στη θέση των «βαρβάρων» — μέχρι το σημείο τουλάχιστον, στην Εκάβη, που η πλήρης ανομία που επικρατεί στον μεταϊλιαδικό κόσμο του έργου συμπαρασύρει την ευγενή βασίλισσα σε μια καθοδική πορεία προς το Κτήνος. 


ΔΟΜΗ 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ (1-97): Μπροστά στη σκηνή του Αγαμέμνονα, του αρχηγού των Αχαιών, που, γυρνώντας από το Ίλιο στην πατρίδα, έχουν στρατοπεδεύσει σε μια ακρογιαλιά στη Θρακική χερσόνησο, παρουσιάζεται, χαράματα ακόμα, μετέωρο ένα φάντασμα νεκρού και μιλάει: Είναι ο Πολύδωρος, ο πιο μικρός από τους γιους του Πρίαμου και της Εκάβης. Για να τον φυλάξει από τους κινδύνους του πολέμου τον είχε εμπιστευθεί με πολύ χρυσάφι ο πατέρας του εδώ στη Θρακική χερσόνησο στο βασιλιά Πολυμήστορα. Μα το Ίλιο έπεσε, οι Αχαιοί έσφαξαν τον Πρίαμο και ο Πολυμήστορας, πατώντας και όρκο και φιλία, σκοτώνει τον Πολύδωρο για να του πάρει τους θησαυρούς και το λείψανό του το πετάει στη θάλασσα.

Αλλά της χαροκαμένης της μάνας του, της γερόντισσας Εκάβης, δεν πράυνε ακόμα η μοίρα. Ο Αχιλλέας, ο φονιάς του Έκτορα και τόσων άλλων παιδιών της στις μάχες κάτω από το κάστρα του Ίλιου, δε χόρτασε ακόμα. Θέλει να πιεί το αίμα της Πολυξένης, της κόρης του Πρίαμου, που βρίσκεται πια σκλάβα στα χέρια των Αχαιών. Γι’ αυτό πρόβαλε επάνω από τον τάφο του και ζήτησε από τους Αχαιούς να του την προσφέρουν γλυκό στον τάφο του σφαχτάρι και χάρισμα τιμητικό.

Θα τη σφάξουν βέβαια οι Αχαιοί - δηλώνει το φάντασμα - και ύστερα θα την παραδώσουν στη μάνα της την Εκάβη, για να τη θάψει. Και η Τρωαδίτισσα που θα σταλεί από την Εκάβη στη θάλασσα να φέρει νερό, για να πλύνουν το λείψανο της Πολυξένης, θα βρει στην ακροθαλασσιά και το λείψανο του Πολύδωρου. Κι έτσι η δόλια η Εκάβη θα θάψει σήμερα - λέει το φάντασμα του Πολύδωρα - δυο παιδιά της, αυτόν και την Πολυξένη.
Την ώρα που ακούγονται αυτά τα τελευταία λόγια, κάποιος βγαίνει από τη σκηνή του Αγαμέμνονα. Είναι η Εκάβη. Ακουμπάει στο ραβδί της και καθώς δυσκολεύεται να περπατήσει την κρατούν σκλάβες Τρωαδίτισσες από δεξιά και αριστερά για να μη πέσει κάτω.
Δεν ξέρει τίποτα για το γιο της τον Πολύδωρο. Τον θεωρεί ακόμα ζωντανό στο σπίτι του Πολυμήστορα. Αλλά ένα όνειρο ήρθε τούτη τη νύχτα και της έφερε μεγάλη αγωνία. Είδε στον ύπνο της ότι ένας λύκος της άρπαξε μια ελαφίνα μέσα από την αγκαλιά της. Μήπως αυτό το όνειρο είναι για το γιο της τον Πολύδωρο; - αναρωτιέται έντρομη η Εκάβη. Μήπως είναι για την κόρη της, την Πολυξένη;
Αλλά την τρομάζει και κάτι άλλο: Η απαίτηση του Αχιλλέα να του χαρίσουν στον τάφο του μια από τις πολύπαθες Τρωαδίτισσες. «Μακριά και τούτο το κακό από την κόρη μου την Πολυξένη», ικετεύει του θεούς, γεμάτη ανησυχία και αγωνία η πριν ευτυχισμένη και τώρα βυθισμένη στη δυστυχία της σκλαβιάς και χαροκαμένη βασίλισσα του Ίλιου.

ΠΑΡΟΔΟΣ ΧΟΡΟΥ (98-153): Αυτό όμως που φοβόταν η Εκάβη και παρακαλούσε τους θεούς να μη γίνει στην κόρη της, δε θα το αποφύγει. Δεκαπέντε Τρωαδίτισσες, που αποτελούν το Χορό της τραγωδίας, έρχονται από τη δεξιά πάροδο και η κορυφαία του Χορού της αναγγέλλει ότι οι Αχαιοί πήραν μια φοβερή απόφαση: Θα σφάξουν την Πολυξένη πάνω στον τάφο του Αχιλλέα. Ναι, σε λίγο θα έρθει ο Οδυσσέας να της την πάρει μέσα από την αγκαλιά της.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Α' (154-443): Μπροστά σ’ αυτό το φρικτό άγγελμα τι λόγια έπρεπε να ειπωθούν; Μονάχα «ο κομμός», όπως έλεγαν το θρήνο πάνω στη σκηνή, η γλώσσα των θλιβερών συναισθημάτων, θα μπορέσει να δείξει τον πόνο της μάνας που σε λίγο θα της αρπάξουν αλύπητα την κόρη για το μαχαίρι του θύτη. Η Εκάβη κλαίει (154-194) την αβάσταχτη δυστυχία της, την ερημιά της, που έχασε γέροντα και παιδιά, την εγκατάλειψή της από όλους τους θεούς, και απελπισμένη κράζει με φωνή σπαρακτική την Πολυξένη να βγει να ακούσει το φρικτό που σχεδιάσανε οι Αχαιοί.
Τρομαγμένη από την κραυγή της μάνας της η Πολυξένη πετιέται έξω από τη σκηνή και μαθαίνει τι την περιμένει. Αλλά το περίεργο είναι ότι δεν κλαίει για το δικό της θάνατο, γιατί έτσι που κατάντησε δεν τη θέλει τη ζωή η υπερήφανη, ευγενική παρθένα, αλλά τη μάνα της κλαίει (197-215) που σε λίγο θα της αρπάξουν την κόρη, για να την στείλουν στο σκοτάδι του Άδη. Και μάνα και κόρη πέφτουν με λυγμούς η μία στην αγκαλιά της άλλης.
Έρχεται βιαστικός ο Οδυσσέας και ανακοινώνει την απόφαση των Αχαιών να σφαχτεί στον τάφο του Αχιλλέα η Πολυξένη. Μάταια τον ικετεύει η Εκάβη και, όταν έμεινε αμετάπειστος, μάταια πάλι του θυμίζει ότι δεν έμεινε ασυγκίνητη στις ικεσίες του και τον έσωσε, όταν είχε μπει κατάσκοπος στο Ίλιο. Ναι, δεν έμεινε ασυγκίνητη, ο Οδυσσέας το παραδέχεται κι αυτός και με κυνικότητα προσθέτει, ότι πολλά σοφίστηκε και της είπε, για να γλυτώσει από το θάνατο.
Αλλά δεν μπορεί να μη θυσιαστεί η Πολυξένη. Είναι απαίτηση του πρώτου ήρωα, του Αχιλλέα, που τη σέβονται απόλυτα οι Αχαιοί. Ήρθε να πάρει την Πολυξένη και θα την πάρει, δηλώνει ανάλγητα και απερίφραστα, όργανο των πολλών τώρα αυτός, που δεμένος στο πλέγμα των πολιτικών και κοινωνικών περιπλοκών και εξαρτήσεων, όπως και στις «Τρωάδες» ο ίδιος πάλι, όπως και ο Αγαμέμνονας στην «Ιφιγένεια εν Αυλίδι», δεν μπορεί, αλλά ούτε και του επιτρέπεται να νιώθει κανένα οίκτο.
Η Εκάβη στρέφεται τώρα στην κόρη της: Ας τον παρακαλέσει και αυτή. Αλλά η Πολυξένη έχει πάρει την απόφασή της. Δε θέλει να ζήσει στη σκλαβιά και στους εξευτελισμούς της. Χίλιες φορές προτιμότερος ο θάνατος.
«Σκοτώστε με εμένα», φωνάζει απελπισμένη η Εκάβη, «εγώ γέννησα τον Πάρη, που σκότωσε τον Αχιλλέα». Και όταν δε δέχτηκε την προσφορά της ο Οδυσσέας, «Σκοτώστε με κι εμένα», ξαναφωνάζει η Εκάβη, «για να χορτάσει ο νεκρός με το αίμα και των δυο μας» και σφίγγει στην αγκαλιά της την κόρη της.
Αλλά η Πολυξένη δεν αλλάζει γνώμη. Όταν έσφιξε τη μάνα της για τελευταία φορά στην αγκαλιά της, άφοβη βαδίζει προς το θάνατο, που λυτρωτής θα την προφυλάξει από τις πίκρες και τους εξευτελισμούς της σκλαβωμένης γυναίκας.
Η Εκάβη λιποθυμάει.

ΣΤΑΣΙΜΟ Α' (444-483): Τώρα που θα θυσιαστεί η Πολυξένη, το θαλασσινό αεράκι θα φέρει τα καράβια των Αχαιών στην πατρίδα. Γι’ αυτό οι ανυπεράσπιστες στα χέρια των Αχαιών γυναίκες του Χορού εκφράζουν την αγωνία τους για την πικρή ζωή της σκλαβιάς. Που τις περιμένει, σε αλλεπάλληλα ερωτήματα για τον τόπο που θα τις φέρει το ταξίδι πάνω στα κύματα.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Β' (484-628): Έρχεται ο αγγελιαφόρος των Αχαιών, Ταλθύβιος και, συγκινημένος από την αστάθεια της ανθρώπινης ευτυχίας, που τη βλέπει τώρα ενσαρκωμένη στην πριν ευτυχισμένη βασίλισσα του Ίλιου, καλεί με λόγια συμπόνιας την Εκάβη να βγει από το βάθος της λιποθυμίας και να σταθεί στα πόδια της.
Για μια στιγμή φαντάστηκε η Εκάβη ότι ο Ταλθύβιος ήρθε να την πάρει κι αυτήν, για να την οδηγήσει στον τάφο του Αχιλλέα, και ότι εκεί την προσμένει λυτρωτικό το μαχαίρι του θύτη. Γι’ αυτό βρήκε τη δύναμη και τινάχτηκε στα πόδια της όρθια και τον παρακαλεί να την οδηγήσει μια ώρα νωρίτερα στον τόπο της σφαγής:
«Τρέχουμε, μην αργούμε! Δείχνε μου το δρόμο, γέρο» (507).
Αλλά ο Ταλθύβιος δεν ήρθε γι’ αυτό. Την καλεί να φροντίσει για την ταφή της κόρης της, που έχει πια σφαχτεί.
Ο καθένας θέλει να μην είναι άγριες οι τελευταίες στιγμές των αγαπημένων του προσώπων και γι’ αυτό η Εκάβη του ζητάει πληροφορίες: «Της δείχνατε συμπόνια; Ή τη σφάξατε σκληρόψυχα;» Κι εκείνος της εξιστορεί τις τελευταίες στιγμές της κοπέλας, που όλος ο στρατός των Αχαιών τη θαύμασε, γιατί άφοβα, με αξιοπρέπεια και γεμάτη αυτοσεβασμό αντίκρισε το θάνατο.
Αυτό το φέρσιμο της Πολυξένης την ώρα της σφαγής της είναι για την πικραμένη μάνα της ένα ξαλάφρωμα του πόνου. Και λέει:
«Όμως από το βαρύ πάλι το στεναγμό με ελάφρωσες, όταν έμαθα ότι στάθηκε ατρόμητη» (590-91).
Γιατί δε γεννήθηκε ακόμα γονιός, που δε θα ήθελε να ξεχωρίσουν μέσα στον κόσμο τα παιδιά του.
Τώρα την Εκάβη καλεί άλλο καθήκον, όχι ασυνήθιστο γι’ αυτήν: Πρέπει να θάψει τη σφαγμένη της κόρη. Παραγγέλλει λοιπόν με τον Ταλθύβιο στους Αχαιούς να μην αγγίξει κανένας την Πολυξένη της και στέλνει μια Τρωαδίτισσα να φέρει νερό από τη θάλασσα για το στερνό λουτρό της νεκρής.

ΣΤΑΣΙΜΟ Β' (629-656): Δάκρυα και συμφορές έφερε και στην Τροία και στην Ελλάδα ο παράφορος έρωτας του Πάρη, λέει σ’ αυτό το Στάσιμο ο Χορός, ύστερα από τη θλιβερή ιστορία που άκουσε από τον Ταλθύβιο για την ανείπωτη συμφορά που βρήκε την Εκάβη.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Γ' (657-904): Έρχεται η Τρωαδίτισσα που είχε πάει να φέρει νερό από τη θάλασσα για να πλυθεί το λείψανο της Πολυξένης. Φέρνει τυλιγμένο το κορμί του Πολύδωρου, που το βρήκε στην ακρογιαλιά, όπου το είχαν βγάλει τα κύματα της θάλασσας και με φωνές και κλάματα το δείχνει στην Εκάβη.
Η Εκάβη μαντεύει ποιος είναι ο φονιάς του παιδιού της. Κι ενώ απελπισμένη θρηνεί πάνω στο κορμί του Πολύδωρου, έρχεται ο Αγαμέμνονας. Τώρα όλη η ψυχή της είναι δοσμένη στο πώς θα μπορέσει να πάρει τον Αγαμέμνονα βοηθό στην εκδίκησή της, γιατί το αποφάσισε πια: Θα εκτελέσει το χρέος της, θα εκδικηθεί.
Πέφτει, λοιπόν, στα πόδια του Αγαμέμνονα και τον παρακαλεί να τιμωρήσει τον Πολυμήστορα. Ο αρχηγός όμως των Αχαιών φαίνεται να διστάζει και σε μια σκηνή, που με μια του κίνηση δείχνει ότι θέλει να απαλλαγεί από τα ενοχλητικά παρακάλια της δυστυχισμένης βασίλισσας, εκείνη που έχει κατρακυλήσει πια στα πιο σκοτεινά βάθη της συμφοράς, δε θα διστάσει να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα για να πείσει το δυνατό βασιλιά να τη βοηθήσει στην εκδίκηση που σχεδιάζει. Το είπε και πιο πριν (756-7): Όλος της ο πόθος είναι να τιμωρήσει τον κακούργο. Αλλά από πουθενά δεν έχει να περιμένει βοήθεια. Χάθηκαν και τα παιδιά της, χάθηκε και η πατρίδα. Ας καταφύγει λοιπόν στην Αφροδίτη, δεν είναι καιρός για αξιοπρέπειες.
Την κόρη της την Κασσάνδρα, την αδελφή του Πολύδωρα, τη χαίρεται στο κρεβάτι του ο Αγαμέμνονας. Να, λοιπόν, μια ευκαιρία να δείξει ο τρανός βασιλιάς ότι για τις γλυκές τις νύχτες που του χαρίζει η Κασσάνδρα, έχει κάποιο χατίρι και η μάνα της, η άμοιρη Εκάβη. Ας τη βοηθήσει και για έναν άλλο ακόμα λόγο: Δεν επιτρέπεται στον καλό να αδιαφορεί για τα κακά που γίνονται, πρέπει να τα καταπολεμεί και παντού και πάντα χρέος του είναι να κάνει κακό στον κακό (844-45).
Τέλος, με όλους τους δισταγμούς του ο Αγαμέμνονας και με όλους τους φόβους του, μήπως παρεξηγηθεί από το στρατό, αποφασίζει να τηρήσει φιλική ουδετερότητα σε όσα πρόκειται να κάνει η Εκάβη στο φονιά του παιδιού της. Στο μεταξύ έφυγε μια Τρωαδίτισσα για να καλέσει τον Πολυμήστορα να έρθει να ανταμώσει την Εκάβη μαζί με τα δυο παιδιά του. Πρέπει να ακούσουν κι εκείνα το σπουδαίο μυστικό που η Εκάβη θα φανερώσει στον πατέρα τους.

ΣΤΑΣΙΜΟ Γ' (905-951): Ο Χορός, για να καλύψει το κενό ώσπου να έρθει ο Πολυμήστορας, θυμάται στο Στάσιμο αυτό εκείνη τη φρικτή νύχτα, που αντήχησαν μες στην πόλη οι άγριες πολεμικές κραυγές των Αχαιών, που αφού σκότωσαν τους άνδρες και κάψανε το Ίλιο παίρνουν τώρα με τα καΐκια σκλάβες στην Ελλάδα τις γυναίκες. Γι’ αυτό καταριούνται κι αυτές να μη φτάσει στο πατρικό της η Ελένη. Αυτή είναι η αιτία όλου αυτού του κακού.

ΕΞΟΔΟΣ (952-1295): Ο Πολυμήστορας, ο φονιάς του Πολύδωρου, έφτασε με τα δυο παιδιά του. Πώς θα αργούσε αυτός στο κάλεσμα φιλικού προσώπου; Μήπως δε θυμάται τη φιλιά που τον έδενε με τον ταλαίπωρο τον Πρίαμο; Γι’ αυτό δέρνεται και χτυπιέται και με φωνή υποκριτικά σπασμένη από τους τάχα ασυγκράτητους λυγμούς φωνάζει τους δύο αγαπημένους του, Πρίαμο και Εκάβη:
«Ω Πρίαμε, πιο αγαπημένε μου άνθρωπε, κι εσύ αγαπημένη Εκάβη» (952).
Και κλαίει και για την καταστροφή του Ίλιου και για την Πολυξένη. Τέτοια είναι, λέει, η μοίρα των ανθρώπων. Αβέβαιη και η δόξα του ευτυχισμένου, αβέβαιη και η ελπίδα του δυστυχισμένου, που κάποτε θα ευτυχήσει. Έλειπε μακριά από τα σύνορα και δεν ήξερε τίποτα. Τώρα που έλαβε το κάλεσμά της, να έφτασε.
Γεμάτη αηδία η Εκάβη μπροστά σε μια τέτοια σιχαμερή υποκρισία δε χάνει την ψυχραιμία της: Αν δε μπορεί να τον κοιτάξει κατάματα, τούτο γίνεται - βεβαιώνει - γιατί τον ντρέπεται που τη βλέπει τώρα τόσο ξεπεσμένη από την αρχοντιά της και γιατί τέτοιος είναι ο νόμος, να μη κοιτάνε οι γυναίκες κατάματα τους άνδρες.
Ακολουθεί ένας διάλογος Εκάβης και Πολυμήστορα, όπου ο ποιητής τραβάει ως τις τελευταίες της γραμμές την απεικόνιση του χαρακτήρα του Πολυμήστορα, που είναι ένας πολύ κυνικός υποκριτής, ψεύτης και αχόρταγος πλεονέκτης.
Υποκριτής, όταν βεβαιώνει τη μάνα του παιδιού, που με τα χέρια του το σκότωσε, ότι είναι πρόθυμος να τη βοηθήσει και ότι ο γιος της ζει κοντά του ευτυχισμένος. Και τόσο πλεονέκτης, που χάνει την ξαστεριά του μυαλού και ανυπόμονα ζητάει να μάθει πού είναι κρυμμένοι οι θησαυροί του Πρίαμου και απροστάτευτος από σωματοφύλακες βαδίζει προς το εσωτερικό της σκηνής, όπου η αδικημένη μάνα με την τιμωρία που του επιβάλει, θα φέρει στο νου μας τη λυσσαλέα φράση που είχε πει στον Πρίαμο για τον Αχιλλέα, τον άλλο φονιά του άλλου παιδιού της, του Έκτορα: «Ας μπορούσα κολλημένη πάνω του να του φάω το συκώτι» (Ιλιάδα Ω 212).
Τώρα που μπήκε στη σκηνή ο Πολυμήστορας, είναι βέβαιος ο Χορός ότι θα τον βρει εκεί μέσα η τιμωρία που του αξίζει. Και δεν άργησε. Ένα άγριο ουρλιαχτό ακούγεται. Οι Τρωαδίτισσες τυφλώνουν το φονιά και του σκοτώνουν και τα δυο παιδιά του. Ικανοποιημένη προβάλει από μέσα η Εκάβη. Πόσο έχει μεταμορφωθεί! Δεν έχουμε πια μπροστά μας ένα ανθρώπινο ράκος. Τη ζωντάνεψε η χαρά που της έδωσε η εκδίκηση. Με στητό το κορμί της και με φωνή που δείχνει την αγαλλίαση που γεμίζει την ψυχή της και που θα γέμιζε την ψυχή κάθε μητέρας που θα μπορούσε να κάνει κακό στο φονιά του παιδιού της, αναγγέλλει στο Χορό ότι εκδικήθηκε πια τον αδικητή.
Τυφλωμένος και με το πρόσωπο καταματωμένο προχωράει ψηλαφητά ο Πολυμήστορας. Μέσα στη σκηνή, που άνοιξε πια φαίνονται σφαγμένα τα δυο του τα παιδιά. Ουρλιάζοντας και βογκώντας ψάχνει με τα χέρια απλωμένα να πιάσει την Εκάβη και τις άλλες Τρωαδίτισσες, που τόσο κακό του έκαναν.
Την ώρα αυτή έρχεται ο Αγαμέμνονας και στην παράκληση του Πολυμήστορα, που πάλι δεν ξέχασε την υποκρισία του και δήλωσε στον τρανό βασιλιά ότι από φιλία προς τους Αχαιούς σκότωσε τον Πολύδωρο, εκφέρει την κρίση του για ό,τι έγινε: Δίκιο έχει η Εκάβη, αδικητής είναι ο Πολυμήστορας. Καλά έπαθε, γιατί έπραξε ένα ανόσιο κακούργημα.
Αφού δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο ο Πολυμήστορας, ανακοινώνει μια παλιά προφητεία, που την ξέρει από το μάντη των Θρακών το Διόνυσο, για τη φρικτή τύχη που περιμένει την Εκάβη (θα πέσει στη θάλασσα και θα μεταμορφωθεί σε σκύλα), για την κόρη της την Κασσάνδρα και τον Αγαμέμνονα (και οι δυο θα σκοτωθούν στο Άργος από την Κλυταιμνήστρα). Είναι κι η χαιρεκακία μια εκδίκηση και κάθε εκδίκηση είναι γλυκιά.
Αγριεμένος ο Αγαμέμνονας για όσα του λέει ο Πολυμήστορας, προστάζει τους ακολούθους του να τον πάρουν και να πετάξουν αυτόν τον κακομηνυτή σε κάποιο ερημονήσι.
Στέλνει και τις γυναίκες του Χορού να ετοιμαστούν για το ταξίδι, οι οποίες με θλίψη κι εγκαρτέρηση αποχωρούν από τη σκηνή. 




Απόσπασμα - ΕΞΟΔΟΣ(953-985)

ΠΟΛΥΜΗΣΤΩΡ
ὦ φίλτατ᾽ ἀνδρῶν Πρίαμε, φιλτάτη δὲ σύ,
Ἑκάβη, δακρύω σ᾽ εἰσορῶν πόλιν τε σὴν
τήν τ᾽ ἀρτίως θανοῦσαν ἔκγονον σέθεν.
φεῦ·
οὐκ ἔστι πιστὸν οὐδέν, οὔτ᾽ εὐδοξία
οὔτ᾽ αὖ καλῶς πράσσοντα μὴ πράξειν κακῶς.
φύρουσι δ᾽ αὐτὰ θεοὶ πάλιν τε καὶ πρόσω
ταραγμὸν ἐντιθέντες, ὡς ἀγνωσίᾳ
σέβωμεν αὐτούς. ἀλλὰ ταῦτα μὲν τί δεῖ
θρηνεῖν, προκόπτοντ᾽ οὐδὲν ἐς πρόσθεν κακῶν;
σὺ δ᾽, εἴ τι μέμφῃ τῆς ἐμῆς ἀπουσίας,
σχές· τυγχάνω γὰρ ἐν μέσοις Θρῄκης ὅροις
ἀπών, ὅτ᾽ ἦλθες δεῦρ᾽· ἐπεὶ δ᾽ ἀφικόμην,
ἤδη πόδ᾽ ἔξω δωμάτων αἴροντί μοι
ἐς ταὐτὸν ἥδε συμπίτνει δμωὶς σέθεν,
λέγουσα μύθους ὧν κλύων ἀφικόμην.
ΕΚ. αἰσχύνομαί σε προσβλέπειν ἐναντίον,
Πολυμῆστορ, ἐν τοιοῖσδε κειμένη κακοῖς.
ὅτῳ γὰρ ὤφθην εὐτυχοῦσ᾽, αἰδώς μ᾽ ἔχει
ἐν τῷδε πότμῳ τυγχάνουσ᾽ ἵν᾽ εἰμὶ νῦν,
κοὐκ ἂν δυναίμην προσβλέπειν ὀρθαῖς κόραις·
ἀλλ᾽ αὐτὸ μὴ δύσνοιαν ἡγήσῃ σέθεν
Πολυμῆστορ· ἄλλως δ᾽ αἴτιόν τι καὶ νόμος,
γυναῖκας ἀνδρῶν μὴ βλέπειν ἐναντίον.
ΠΟ. καὶ θαῦμά γ᾽ οὐδέν. ἀλλὰ τίς χρεία σ᾽ ἐμοῦ;
τί χρῆμ᾽ ἐπέμψω τὸν ἐμὸν ἐκ δόμων πόδα;
ΕΚ. ἴδιον ἐμαυτῆς δή τι πρὸς σὲ βούλομαι
καὶ παῖδας εἰπεῖν σούς· ὀπάονας δέ μοι
χωρὶς κέλευσον τῶνδ᾽ ἀποστῆναι δόμων.
ΠΟ. χωρεῖτ᾽· ἐν ἀσφαλεῖ γὰρ ἥδ᾽ ἐρημία.
φίλη μὲν εἶ σύ, προσφιλὲς δέ μοι τόδε
στράτευμ᾽ Ἀχαιῶν. ἀλλὰ σημαίνειν σε χρῆν
τί χρὴ τὸν εὖ πράσσοντα μὴ πράσσουσιν εὖ
φίλοις ἐπαρκεῖν· ὡς ἕτοιμός εἰμ᾽ ἐγώ.


✦✦✦✦

Η Εκάβη βγαίνει από τη σκηνή. Έρχεται ο Πολυμήστωρ, με τα παιδιά του και την ακολουθία του.)
ΠΟΛΥΜΗΣΤΩΡ
Ω Πρίαμε, ακριβότατε φίλε, κι εσύ,
πολυαγάπητη Εκάβη,
δακρύζω καθώς βλέπω εσένα και την πόλη σου
και τη μικρή σου που ξεψύχησε πριν από λίγο.
Αλίμονο!
τίποτα βέβαιο δεν είναι, ούτε τ᾽ όνομα
το μεγάλο
ούτε η ελπίδα πως δεν θα δυστυχήσει
αυτός που ως τώρα ζούσε ευτυχισμένος.
Όλα οι θεοί τα φέρνουν άνω κάτω,
σε μιαν αιώνια ταραχή,
για να μην ξέρουμε τίποτα κι έτσι
περσότερο να τους φοβόμαστε. Μα τί ωφελούν
οι θρήνοι, όταν δεν φέρνουν γιατρειά
στις συμφορές που μας εβρήκαν;
Μη βιάζεσαι να παραπονεθείς
που δεν εφάνηκα. Βρισκόμουνα
στα σύνορα της Θράκης, έλειπα
όταν ήρθες εδώ· μα μόλις έφτασα,
καθώς από το σπίτι μου έβγαινα, μ᾽ αντάμωσε
η σκλάβα σου και μου ᾽φερε το μήνυμά σου.
Τ᾽ άκουσα κι ήρθα.
ΕΚΑΒΗ
Ντρέπομαι καταπρόσωπο να σε κοιτάξω,
Πολυμήστορα,
έτσι που ξέπεσα· ήμουν κάποτε
ευτυχισμένη, όταν με γνώρισες· πώς τώρα
να σ᾽ αντικρίσω με άτρομο το βλέμμα,
όταν βρίσκομαι σε τέτοια κατάντια; Πώς
θα το μπορούσα; Μην το πάρεις
για εχθρότητα· κι έπειτα, όπως ξέρεις,
υπάρχει κι η συνήθεια να μην κοιτάζουν
κατάματα τους άντρες οι γυναίκες.
ΠΟΛΥΜΗΣΤΩΡ
Δεν με παραξενεύει αυτό. Αλλά τί με θέλεις;
Και για ποιό λόγο με ξεσήκωσες από το σπίτι;
ΕΚΑΒΗ
Έχω ένα μυστικό που θα ᾽θελα σε σένα
και στα παιδιά σου να το πω· πρόσταξε, αν θέλεις,
τους ανθρώπους σου
μακριά από τις σκηνές να τραβηχτούνε.
ΠΟΛΥΜΗΣΤΩΡ (Στους ακολούθους του.)
Πηγαίνετε.
Φόβος δεν είναι, σ᾽ αυτή την ερημιά.
Φίλη κι εσύ, φιλικό και το στράτευμα
των Αχαιών. Μα πες μου, τώρα,
σε τί ο καλότυχος θα πρέπει να βοηθήσει
τους δύστυχους φίλους. Πρόθυμος,
στη διάθεσή σου.

Μετάφραση -  Γιώργος Γεραλής
Ελένη 

Evelyn de Morgan: Ελένη

Η Ελένη είναι τραγωδία του Ευριπίδη που διδάχτηκε (παίχτηκε) το 412 π.Χ. στα Διονύσια και επέφερε πολλές καινοτομίες. Ο Ευριπίδης χειρίστηκε με μεγάλη ελευθερία τους μύθους από τους οποίους πήρε τις υποθέσεις των έργων του, όπως στην Ελένη, τον Ίωνα, την Ιφιγένεια εν Ταύροις και τον Ορέστη των οποίων η πλοκή είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος δική του επινόηση.

Ο Μενέλαος μετά από την άλωση της Τροίας κατέπλευσε στην Αίγυπτο όπου συνάντησε την Ελένη και έμαθε με κατάπληξη ότι η «εν Τροία» Ελένη ήταν φάσμα ψευδές. Η πραγματική του σύζυγος ήταν κρυμμένη στην Αίγυπτο καθ' όλη τη διάρκεια του πολέμου και ο καταστροφικός πόλεμος της Τροίας είχε βασιστεί σε ένα ψέμα. Ο βασιλιάς της Αιγύπτου Θεοκλύμενοςθέλει να νυμφευθεί την Ελένη αλλά εκείνη με τον Μενέλαο καταφέρνουν και διαφεύγουν κρυφά. Η έξοδος στο έργο αυτό μοιάζει πολύ με εκείνη στην Ιφιγένεια εν Ταύροις. Το έργο χαρακτηρίζεται ως αντιπολεμικό δράμα.

Ιστορικό πλαίσιο
Η Ελένη του Ευριπίδη γράφτηκε το 412 π.Χ και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά την ίδια εποχή, δηλαδή μόλις είχε τελειώσει η Σικελική εκστρατεία με την πανωλεθρία του αθηναϊκού στόλου.
Παράλληλα την ίδια εποχή αναπτύσσεται το κίνημα των σοφιστών που είχε αρχίσει να αμφισβητεί πατροπαράδοτες αξίες και προκαλούσε με την κριτική των εκπροσώπων του κρίση στο δημοκρατικό πολίτευμα και φαινόμενα ασέβειας. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο Ευριπίδης με την τραγωδία του Ελένη καταδικάζει τον πόλεμο ως πρόξενο όλων των κακών. Το παράλογο του τρωικού πολέμου με πρόσχημα την Ελένη προσπάθησε να τονίσει σ΄ όλα τα δράματα, που ήταν εμπνευσμένα από τον τρωικό κύκλο, ο Ευριπίδης. Έτσι στο παράλογο της άποψης ότι για μια γυναίκα μπορεί να εξοντωθεί ένας λαός και ένα κράτος και να σκοτωθούν χιλιάδες Ελλήνων, ο Ευριπίδης θα απαντήσει με το παράλογο του «ειδώλου», δηλαδή ο μύθος που αξιοποιεί λογοτεχνικά δεν είναι η ομηρική του εκδοχή, αλλά αυτή που δημιούργησε ο λυρικός ποιητής Στησίχορος.
Ο μύθος
Έτσι η Ελένη στην τραγωδία του Ευριπίδη βρίσκεται από χρόνια στην Αίγυπτο, στο παλάτι του Πρωτέα, μετά το θάνατο του οποίου ο διάδοχος και γιος του Θεοκλύμενος, επιμένει παρά την άρνησή της να την παντρευτεί. Στον Πρόλογο, η Ελένη, που καθόταν ικέτιδα στο μνήμα του Πρωτέα, σηκώνεται και παρουσιάζεται στους θεατές , για να εξηγήσει το λόγο της παρουσίας της στην Αίγυπτο και της καταφυγής της στον τάφο του Πρωτέα. Η ίδια εξιστορεί την καταγωγή της λέγοντας ότι είναι κόρη του Τυνδάρεω και της Λήδας, χωρίς όμως να αποκλείει και την περίπτωση να είναι κόρη του Δία, ο οποίος φημολογείται ότι πλησίασε ερωτικά τη μητέρα της υπό τη μορφή κύκνου. Οι συμφορές της λοιπόν αρχίζουν από τη νίκη της Αφροδίτης κατά την κρίσιν περί κάλλους», όταν η θεά αυτή για να εξασφαλίσει την εκλογή της από τον Πάρη, υποσχέθηκε ως ανταμοιβή του τον γάμο του με την Ελένη. Η Ήρα όμως οργισμένη για την ήττα της, δημιουργεί από σύννεφο ένα ομοίωμα (είδωλον) το οποίο θα πάρει μαζί του ο Πάρις, νομίζοντας ότι απάγει την Ελένη. Την Ελένη την έστειλε ο Δίας μέσω του Ερμή στην Αίγυπτο, για να ζήσει στο παλάτι του Πρωτέα, περιμένοντας τον άνδρα της Μενέλαο να επιστρέψει από τον πόλεμο.
Η υπόθεση
Η τραγωδία αρχίζει με την Ελένη ικέτιδα στο μνήμα του Πρωτέα να εξιστορεί τα δεινά της και να προσπαθεί να αποφύγει το Θεοκλύμενο που την πιέζει να τον παντρευτεί. Εκεί την συναντά ο Τεύκρος, αδελφός του Αίαντα του Τελαμώνιου, ο οποίος στο ταξίδι για την Κύπρο περνά από την Αίγυπτο για να πάρει χρησμό από τη κόρη του Πρωτέα, Θεονόη που είχε προφητικές ικανότητες. Ο Τεύκρος λοιπόν δίνει πληροφορίες στην Ελένη σχετικά με την οικογένειά της και το Μενέλαο. Της λέει μάλιστα ότι πληθαίνουν οι φήμες ότι ο άνδρας έχει πεθάνει, έτσι εξανεμίζεται και η τελευταία ελπίδα της για να επιστρέψει ζωντανή με το Μενέλαο στην Σπάρτη. Έτσι η ηρωίδα με τις Σπαρτιάτισσες γυναίκες που αποτελούν το Χορό θρηνεί για την τύχη της. Σ' αυτό το σημείο εμφανίζεται ρακένδυτος και ναυαγός ο Μενέλαος, ο οποίος διεκτραγωδεί τη συμφορά του μετά την άλωση της Τροίας. Αφού απαριθμεί τα δεινά του, που είναι ταυτόχρονα δεινά αιώνια που προκαλεί ο πόλεμος, αποκαλύπτει ότι τη γυναίκα του την έκρυψε στο βάθος μια σπηλιάς μαζί με άλλους ναυαγούς. Μη γνωρίζοντας πού βρίσκεται, πλησιάζει το παλάτι ζητώντας τρόφιμα και βοήθεια. Η γριά θυρωρός που τον υποδέχεται τον προτρέπει να φύγει το γρηγορότερο, καθώς ο Θεοκλύμενος έχει βγάλει εντολή ότι θα σκοτώνεται όποιος Έλληνας φτάσει τη χώρα του, του εξηγεί ότι μισεί τους Έλληνες εξαιτίας της Ελένης. Φυσικά ταράζεται στο άκουσμα του ονόματος της Ελένης και προβληματίζεται για την σχέση αυτής της γυναίκας που είναι στην Αίγυπτο και της «δικής» του που είναι κρυμμένη στην σπηλιά. Οι γυναίκες του Χορού αναγγέλλουν χαρμόσυνα ότι ο Μενέλαος ζει και ότι μάλιστα βρίσκεται ναυαγός στις όχθες του Νείλου. Στη συνέχεια έχουμε την πρώτη συνάντηση του ζευγαριού, όπου η Ελένη τρομάζει στην παρουσία του «άγνωστου» άνδρα και σπεύδει να κρυφτεί στο μνήμα του Πρωτέα. Ο Μενέλαος διαπιστώνει την ομοιότητα αυτής της γυναίκας με της Ελένης στην σπηλιά και σαστίζει. Η στιχομυθία που ακολουθεί θα οδηγήσει στην αναγνώριση του Μενέλαου από την Ελένη, η οποία προσπαθεί να τον πείσει ότι αυτή είναι η πραγματική του γυναίκα και ότι αυτό μαζί του έχει απλώς το είδωλο που δημιούργησε η Ήρα. Η δυσπιστία του Μενέλαου διαλύεται όταν ένας πιστός του σύντροφος και φύλακας της Ελένης στη σπηλιά (ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ),έρχεται να αναγγείλει την εξαφάνιση της γυναίκας που είχαν εντολή να φυλάνε. Χάθηκε στον ουρανό οικτίροντας Έλληνες και Τρώες που πολεμούσαν τόσα χρόνια για κάτι το άυλο, «για ένα πουκάμισο αδειανό, για μια Ελένη». Έτσι έχουμε την αναγνώριση της Ελένης από το Μενέλαο. Οι δύο σύζυγοι εκφράζουν τη χαρά και την ανακούφιση τους για τη συνάντησή τους. Η Ελένη εξηγεί στη συνέχεια ότι ο μόνος τρόπος για φύγουν ζωντανοί από την Αίγυπτο είναι να παρακαλέσουν τη Θεονόη να κρατήσει μυστικό τον ερχομό του Μενέλαο, γιατί διαφορετικά κινδυνεύει από το Θεοκλύμενο. Αφού πέσει η Ελένη στα πόδια της ως ικέτις και εξασφαλίσουν τη σιωπή της Θεονόης καταστρώνουν το σχέδιο της διαφυγής τους. Η Ελένη ζητεί από το Θεοκλύμενο να της παράσχει ένα καράβι για να ανοιχτεί στο πέλαγος, ώστε να αποδώσει, ως όφειλε βάσει των εθίμων, τις νεκρικές τιμές στο νεκρό της άνδρα. Έτσι καταφέρνουν να δραπετεύσουν οι δύο σύζυγοι. Όταν βέβαια το μαθαίνει ο Θεοκλύμενος είναι έτοιμος να σκοτώσει τη Θεονόη, εμφανίζονται όμως οι Διόσκουροι, οι αδελφοί της Ελένης, και ως «από μηχανής θεός» τον μεταπείθουν και το δράμα κλείνει ειρηνικά.


Helen's First Abduction by Theseus

Απόσπασμα - ΠΑΡΟΔΟΣ - (167-190)

ΕΛ. πτεροφόροι νεάνιδες, [στρ. α]
παρθένοι Χθονὸς κόραι,
Σειρῆνες, εἴθ᾽ ἐμοῖς
†γόοις μόλοιτ᾽ ἔχουσαι Λίβυν
λωτὸν ἢ σύριγγας ἢ
φόρμιγγας αἰλίνοις κακοῖς†
τοῖς ἐμοῖσι σύνοχα δάκρυα,
πάθεσι πάθεα, μέλεσι μέλεα,
μουσεῖα θρηνήμα-
σι ξυνωιδά, πέμψαιτε
Φερσέφασσα †φονία χάριτας†
ἵν᾽ ἐπὶ δάκρυσι παρ᾽ ἐμέθεν ὑπὸ
μέλαθρα νύχια παιᾶνα
νέκυσιν ὀλομένοις λάβηι.

ΧΟΡΟΣ
κυανοειδὲς ἀμφ᾽ ὕδωρ [ἀντ. α]
ἔτυχον ἕλικά τ᾽ ἀνὰ χλόαν
φοίνικας ἁλίωι
†πέπλους χρυσέαισιν αὐγαῖς
θάλπουσ᾽
ἀμφὶ δόνακος ἔρνεσιν·
ἔνθεν οἰκτρὸν ὅμαδον ἔκλυον,
ἄλυρον ἔλεγον, ὅτι ποτ᾽ ἔλακεν
‹ . . . . . . › αἰάγμα-
σι στένουσα νύμφα τις
οἷα Ναῒς ὄρεσι †φυγάδα
γάμων† ἱεῖσα γοερόν, ὑπὸ δὲ
πέτρινα γύαλα κλαγγαῖσι
Πανὸς ἀναβοᾶι γάμους.

✦✦✦✦

ΕΛΕ. Σειρήνες, φτερωτές κόρες της Γης, ελάτε
με φόρμιγγες, φλογέρες λωτοκάμωτες,
με αυλούς συντρόφισσες στον πόνο μου,
ζυγιάζοντας συνταιριαστούς
θρήνους στα μαύρα μου δεινά.
Στις συμφορές μου δάκρυα
να ᾽στελνε η Περσεφόνη,
λυπητερούς, μακρόσυρτους
σκοπούς να συνοδέψουνε
τα κλάιματά μου και από με
να πάρει σαν αντίχαρη
στ᾽ ανήλιαγα παλάτια της
πικρό πικρό τραγούδισμα
για τους βαριόμοιρους νεκρούς.
(Μπαίνει ο χορός.)

ΧΟΡΟΣ
Κοντά στη γαλανή ακροθαλασσιά
σε τρυφερά καλάμια απάνω
και στη σγουρή τη χλόη κάποτες
άπλωνα ρούχα κόκκινα στον ήλιο
να τα στεγνώσουν οι χρυσές αχτίδες·
τότε άκουσα μια πονεμένη
βαθιά φωνή, σπαραχτική,
σα βογγητό και μοιρολόι,
καθώς μια νύμφη, μια νεράιδα
τρέχει θρηνώντας στα βουνά
ή μέσα στις βραχοσπηλιές
σκούζει και στηθοδέρνεται,
γιατί σε στρώμα ερωτικό
τραχιά τη σέρνει ο Πάνας.
Μτφρ. Τάσος Ρούσσος

Η Ηλέκτρα και ο Ορέστης 


ΗΛΕΚΤΡΑ 

Ο Αίγισθος, θέλοντας να αποφύγει έναν μελλοντικό εκδικητή, πάντρεψε την Ηλέκτρα μ' ένα φτωχό γεωργό στα περίχωρα του Άργους. Αυτός δεν την άγγιξε και της συμπεριφέρεται με τρυφερότητα και κατανόηση. Εκεί κοντά μένει ένας παλιός υπηρέτης του Αγαμέμνονα, σαν βοσκός. Όταν εμφανίζονται στην Ηλέκτρα άγνωστοι οι δυο νέοι, εκείνη για να τους φιλοξενήσει, ζητά τρόφιμα από το βοσκό(αυτουργός).

Το δράμα ξεκινά με την εμφάνιση του αυτουργού(σύζυγος Ηλέκτρας).
Μας εισάγει στο χώρο και χρόνο. Οι βοσκός που έρχεται συντελεί την αναγνώριση των δυο αδελφών, που καταστρώνουν σχέδιο για την εξόντωση των δολοφόνων του Αγαμέμνονα. Στέλνουν και τους καλούν με το πρόσχημα ότι η Ηλέκτρα θα γεννήσει. Πρώτα πέφτει ο Αίγισθος, απ' τον Ορέστη σε μια τοπική θυσία, όπως μας πληροφορεί αγγελική ρήση. Η Κλυταιμνήστρα παρασύρεται στο αγρόσπιτο, χάρη στο παραμύθι ότι η Ηλέκτρα γέννησε. Αρχίζει δραματικός διάλογος ανάμεσα σε μητέρα και κόρη. Η Κλυταιμνήστρα εμφανίζεται κοπωμένη και μετανιωμένη. Η Ηλέκτρα τη μπάζει στο σπίτι για να τη σφάξει. Ακολουθεί κομμός των 2 αδελφών που σωριάζονται κάτω απ' το βάρος μιας πράξης που δεν έπρεπε να 'χει γίνει ποτέ. Εμφανίζονται στο τέλος οι Διόσκουροι,προστάτες των ναυτικών, (ο Αθηναϊκός στόλος βρίσκεται στη Σικελία ) που αποκαθιστούν την εξέλιξη και τη δρομολογούν στο δρόμο της παράδοσης. Η Ηλέκτρα θα παντρευτεί τον Πυλάδη και ο Ορέστης θα δικαιωθεί μπροστά στον Άρειο Πάγο. Η Κλυταιμνήστρα έπαθε δίκαιο, αλλά ο Ορέστης δεν έπραξε σωστά. Ο χορός στο δράμα αποτελείται από γειτόνισσες της Ηλέκτρας που εμφανίζονται με την πρόφαση να την πάρουν σε τοπική εορτή.


Ταινία του 1962 σε σκηνοθεσία του Μιχάλη Κακογιάννη.

Πρωταγωνιστούν: Ειρήνη Παππά (Ηλέκτρα), Γιάννης Φέρτης (Ορέστης), Αλέκα Κατσέλη (Κλυταιμνήστρα), Μάνος Κατράκης (διδάσκαλος), Νότης Περγιάλης (χωρικός - σύζυγος της

Απόσπασμα - ΣΤΑΣΙΜΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟΝ(1147-1164)

ΧΟ. ἀμοιβαὶ κακῶν· μετάτροποι πνέου- [στρ.]
σιν αὖραι δόμων. τότε μὲν ‹ἐν› λουτροῖς
ἔπεσεν ἐμὸς ἐμὸς ἀρχέτας,
ἰάχησε δὲ στέγα λάινοί
τε θριγκοὶ δόμων, τάδ᾽ ἐνέποντος· Ὦ
σχέτλιε, τί με, γύναι, φονεύσεις φίλαν
πατρίδα δεκέτεσι
σποραῖσιν ἐλθόντ᾽ ἐμάν;
‹ . . . . . . . . . . . . . . . . . . ›
‹ . . . . . . . . . . . . . . . . . . ›

παλίρρους δὲ τάνδ᾽ ὑπάγεται δίκα [ἀντ.]
διαδρόμου λέχους, μέλεον ἃ πόσιν
χρόνιον ἱκόμενον εἰς οἴκους
Κυκλώπειά τ᾽ οὐράνια τείχε᾽ ὀ-
ξυθήκτωι †βέλους ἔκανεν† αὐτόχειρ,
πέλεκυν ἐν χεροῖν λαβοῦσ᾽. ὦ τλάμων
πόσις, ὅτι ποτὲ τὰν
τάλαιναν ἔσχεν κακόν.
ὀρεία τις ὡς λέαιν᾽ ὀργάδων
δρύοχα νεμομένα τάδε κατήνυσεν.

✦✦✦✦

ΧΟΡ. Τα δεινά ξεπληρώνονται. Εκδίκησης άνεμοι
φυσούν στα παλάτια. Ο δικός μου
τότε σκοτώθηκε αφέντης μες στο λουτρό.
Αντιβούιξε η στέγη κι οι πέτρινοι
οι θριγκοί του σπιτιού, καθώς έλεγε
τούτα τα λόγια. «Άαχ! δυστυχία·
γυναίκα, γιατί να με σφάξεις, που δέκα φορές
τα χωράφια σπαρθήκαν ωσότου γυρίσω
ξανά στη γλυκιά μου πατρίδα;»
. . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . .

Περνώντας τα χρόνια ξανάφεραν
τιμωρία στη γυναίκα την άνομη,
που σαν έφτασε ο δύστυχος άντρας της ύστερα
από τόσους καιρούς στο παλάτι
και στα Κυκλώπεια τα κάστρα που αγγίζουν
τα ουράνια, μονάχη τον σκότωσε
τροχισμένο τσεκούρι στα χέρια της παίρνοντας.
Άα! το δύσμοιρο ταίρι της, όποια και να ᾽ταν
η μανία που την άθλια φλόγισε τότε. Σαν λιόντισσα
βουνίσια, που ζει σε δρυμούς ολοπράσινους,
τέλειωσε τούτο τον φόνο.

Μετάφραση - Τ. Ρούσσος 

ΗΡΑΚΛΕΙΔΑΙ 


Οι Ηρακλείδαι είναι τραγωδία που έγραψε ο Ευριπίδης και διδάχτηκε (παίχτηκε) το 417 π.Χ..
Στο έργο αυτό οι Ηρακλείδες, οι απόγονοι του Ηρακλή καταδιωκόμενοι από τον Ευρυσθέα, καταφεύγουν στην Αθήνα όπου ο Βασιλεύς Δημοφών τους παρέχει άσυλο. Σε μάχη ο Ευρυσθέας συλλαμβάνεται και φονεύεται. Χαρακτηριστική του έργου σκηνή είναι η στιγμή που θυσιάζεται η παρθένος Μακαρία.
Στο έργο αυτό ο Ποιητής στιγματίζει έντονα την προς την Αθήνα αχαριστία των Δωριέων δηλαδή της Σπάρτης και του Άργους.

Απόσπασμα - ΠΑΡΟΔΟΣ  (73-110)
ΧΟΡΟΣ
ἔα ἔα· τίς ἡ βοὴ βωμοῦ πέλας [στρ.]
ἕστηκε; ποίαν συμφορὰν δείξει τάχα;75Ι
Ο. ἴδετε τὸν γέροντ᾽ ἀμαλὸν ἐπὶ πέδωι
χύμενον· ὦ τάλας
ΧΟ. πρὸς τοῦ ποτ᾽ ἐν γῆι πτῶμα δύστηνον πίτνεις;
‹ . . . . . . . . . . . . . . . . ›
ΙΟ. ὅδ᾽ ὦ ξένοι με σοὺς ἀτιμάζων θεοὺς
ἕλκει βιαίως Ζηνὸς ἐκ προβωμίων.80
ΧΟ. σὺ δ᾽ ἐκ τίνος γῆς, ὦ γέρον, τετράπτολιν
ξύνοικον ἦλθες λαόν; ἢ
πέραθεν ἁλίωι πλάται
κατέχετ᾽ ἐκλιπόντες Εὐβοῖδ᾽ ἀκτάν;
ΙΟ. οὐ νησιώτην, ὦ ξένοι, τρίβω βίον,85
ἀλλ᾽ ἐκ Μυκηνῶν σὴν ἀφίγμεθα χθόνα.
ΧΟ. ὄνομα τί σε, γέρον, Μυκηναῖος ὠ-
νόμαζεν λεώς;
ΙΟ. τὸν Ἡράκλειον ἴστε που παραστάτην
Ἰόλαον· οὐ γὰρ σῶμ᾽ ἀκήρυκτον τόδε.90
ΧΟ. οἶδ᾽ εἰσακούσας καὶ πρίν· ἀλλὰ τοῦ ποτε
ἐν χειρὶ σᾶι κομίζεις κόρους
νεοτρεφεῖς; φράσον.

ΙΟ. Ἡρακλέους οἵδ᾽ εἰσὶ παῖδες, ὦ ξένοι, [ἀντ.]
ἱκέται σέθεν τε καὶ πόλεως ἀφιγμένοι.95
ΧΟ. τί χρέος; ἦ λόγων πόλεος, ἔνεπέ μοι,
μελόμενοι τυχεῖν;
ΙΟ. μήτ᾽ ἐκδοθῆναι μήτε πρὸς βίαν θεῶν
τῶν σῶν ἀποσπασθέντες εἰς Ἄργος μολεῖν.
ΚΟ. ἀλλ᾽ οὔτι τοῖς σοῖς δεσπόταις τάδ᾽ ἀρκέσει,100
οἳ σοῦ κρατοῦντες ἐνθάδ᾽ εὑρίσκουσί σε.
ΧΟ. εἰκὸς θεῶν ἱκτῆρας αἰδεῖσθαι, ξένε,
καὶ μὴ βιαίωι χειρὶ δαι-
μόνων ἀπολιπεῖν σφ᾽ ἕδη·
πότνια γὰρ Δίκα τάδ᾽ οὐ πείσεται.105
ΚΟ. ἔκπεμπέ νυν γῆς τούσδε τοὺς Εὐρυσθέως,
κοὐδὲν βιαίωι τῆιδε χρήσομαι χερί.
ΧΟ. ἄθεον ἱκεσίαν μεθεῖναι πόλει
ξένων προστροπάν.
ΚΟ. καλὸν δέ γ᾽ ἔξω πραγμάτων ἔχειν πόδα,110
εὐβουλίας τυχόντα τῆς ἀμείνονος.
‹ . . . . . . . . . . . . . . . ›
✦✦✦✦

ΠΑΡΟΔΟΣ

ΧΟΡΟΣ
Ε, στον βωμό σιμά τί βουή
σηκώθηκε; τί συφορά σημαίνει;
ΙΟΛ. Γιά ιδέτε με έν᾽ αδύναμον γέρο στο χώμα
χυμένον· ω τον δύσμοιρο!
ΧΟΡ. Και ποιός στη γη σκληρά έτσι σ᾽ έχει σωριασμένον;
ΙΟΛ. Ω ξένοι, ετούτος ατιμάζοντας τους θεούς σας
με βία με τράβηξεν απ᾽ τον βωμό του Δία!
ΧΟΡ. Μα εσύ από ποιόνε τόπο, ω γέροντα, ήρθες
στον λαό τούτον, τον συνοικισμένον
από τέσσερες πολιτείες;
Ή πέραθ᾽ έφτασες με το καράβι,
αφήνοντας της Εύβοιας τ᾽ ακρογιάλια;
ΙΟΛ. Δεν είμαι, ω ξένοι, εγώ νησιώτης· έχω φτάσει
στη χώρα τη δική σας από τες Μυκήνες.
ΧΟΡ. Και με τί όνομα σε ονόμαζε
ο Μυκηναίος λαός, ω γέροντα;
ΙΟΛ. Θα ξέρετε τον Ιόλαο, τον παραστάτη
του Ηρακλή· είναι τ᾽ όνομ᾽ αυτό πολυακουσμένο.
ΧΟΡ. Το ξέρω κι από πριν· αλλά ποιανού ᾽ναι
τ᾽ ανήλικά τ᾽ αγόρια, που τα σφίγγεις
στην αγκαλιά σου; Πε μου το!
ΙΟΛ. Αχ! είναι του Ηρακλή τα τέκνα ετούτα, ω ξένοι,
που ᾽ρθαν ικέτες εδικοί σου και της πόλης.
ΧΟΡ. Τί δούλεψη ζητώντας; ή τί να μιλήσουν
στους άρχοντες; γιά πε μου.
ΙΟΛ. Να μην παραδοθούν μήτε με τη βία
ξεκολλημένοι απ᾽ τον βωμό στο Άργος να πάνε.
ΚΟΠ. Αυτό τους αφεντάδες σου δεν τους πειράζει,
που ορίζοντάς σε εδώ σε βρίσκουνε φευγάτο.
ΧΟΡ. Πρέπει να σέβεσαι των θέων, ω ξένε,
τους ικέτες· και με άνομο χέρι
να μην τους διώχνεις από τους ιερούς
βωμούς· η θεία Δίκη δεν στέργει το!
ΚΟΠ. Ε, λοιπόν διώχτε τους απ᾽ τη δική σας χώρα
και δεν θα μεταχειριστώ άνομο χέρι.
ΧΟΡ. Αυτό ᾽ναι αντίθετο παρακάλεσμα, να διώξει
η πολιτεία τους ξένους όπου της προσπέφτουν!
ΚΟΠ. Είναι καλό κανένας έξω απ᾽ τους κινδύνους
να μένει κάμνοντας την πιο ωφέλιμη σκέψη.

Μετάφραση -  Κώστας Βάρναλης


Ο  Ηρακλής σκοτώνει τις Όρνιθες της Στυμφαλίας – Albrecht Dürer – 1520


ΗΡΑΚΛΗΣ ΜΑΙΝΟΜΕΝΟΣ

Ο Ηρακλής μαινόμενος είναι τραγωδία που έγραψε ο Ευριπίδης και διδάχτηκε (παίχτηκε) το 424 π.Χ..
Το έργο αυτό παρουσιάζει με πολλή φρίκη το γνωστό μύθο και ιδιαίτερα τη σκηνή που ο εκ της Ήρας μανιασμένος πατέρας φονεύει τη γυναίκα του Μεγάρα και τα τέκνα του. Στη συνέχεια και αφού συνήλθε προσφέρει εξιλαστήρια θυσία. Ο δε Θησέας υπόσχεται καθαρμό του Αττικού αυτού εδάφους.
Κατά το δράμα αυτό ο Σενέκας δημιούργησε το “Hercules”.

Απόσπασμα 


ΜΕΓΑΡΑ
ὦ πρέσβυ, Ταφίων ὅς ποτ᾽ ἐξεῖλες πόλιν
στρατηλατήσας κλεινὰ Καδμείων δορός,
ὡς οὐδὲν ἀνθρώποισι τῶν θείων σαφές.
ἐγὼ γὰρ οὔτ᾽ ἐς πατέρ᾽ ἀπηλάθην τύχης,
ὃς οὕνεκ᾽ ὄλβου μέγας ἐκομπάσθη ποτὲ
ἔχων τυραννίδ᾽, ἧς μακραὶ λόγχαι πέρι
πηδῶσ᾽ ἔρωτι σώματ᾽ εἰς εὐδαίμονα,
ἔχων δὲ τέκνα· κἄμ᾽ ἔδωκε παιδὶ σῶι,
ἐπίσημον εὐνὴν Ἡρακλεῖ συνοικίσας.
καὶ νῦν ἐκεῖνα μὲν θανόντ᾽ ἀνέπτατο,70
ἐγὼ δὲ καὶ σὺ μέλλομεν θνήισκειν, γέρον,
οἵ θ᾽ Ἡράκλειοι παῖδες, οὓς ὑπὸ πτεροῖς
σώιζω νεοσσοὺς ὄρνις ὣς ὑφειμένους.
οἱ δ᾽ εἰς ἔλεγχον ἄλλος ἄλλοθεν πίτνων
Ὦ μῆτερ, αὐδᾶι, ποῖ πατὴρ ἄπεστι γῆς;75
τί δρᾶι, πόθ᾽ ἥξει; τῶι νέωι δ᾽ ἐσφαλμένοι
ζητοῦσι τὸν τεκόντ᾽, ἐγὼ δὲ διαφέρω
λόγοισι μυθεύουσα. θαυμάζων δ᾽ ὅταν
πύλαι ψοφῶσι πᾶς ἀνίστησιν πόδα,
ὡς πρὸς πατρῶιον προσπεσούμενοι γόνυ.80
νῦν οὖν τίν᾽ ἐλπίδ᾽ ἢ πόρον σωτηρίας
ἐξευμαρίζηι, πρέσβυ; πρὸς σὲ γὰρ βλέπω.
ὡς οὔτε γαίας ὅρι᾽ ἂν ἐκβαῖμεν λάθραι
(φυλακαὶ γὰρ ἡμῶν κρείσσονες κατ᾽ ἐξόδους)
οὔτ᾽ ἐν φίλοισιν ἐλπίδες σωτηρίας85
ἔτ᾽ εἰσὶν ἡμῖν. ἥντιν᾽ οὖν γνώμην ἔχεις
λέγ᾽ ἐς τὸ κοινόν, μὴ θανεῖν ἕτοιμον ἦι.
χρόνον δὲ μηκύνωμεν ὄντες ἀσθενεῖς.
ΑΜ. ὦ θύγατερ, οὔτοι ῥάιδιον τὰ τοιάδε
φαύλως παραινεῖν σπουδάσαντ᾽ ἄνευ πόνου·90
ΜΕ. λύπης τι προσδεῖς ἢ φιλεῖς οὕτω φάος;
ΑΜ. καὶ τῶιδε χαίρω καὶ φιλῶ τὰς ἐλπίδας.
ΜΕ. κἀγώ· δοκεῖν δὲ τἀδόκητ᾽ οὐ χρή, γέρον.
ΑΜ. ἐν ταῖς ἀναβολαῖς τῶν κακῶν ἔνεστ᾽ ἄκη.
ΜΕ. ὁ δ᾽ ἐν μέσωι γε λυπρὸς ὢν δάκνει χρόνος.95
ΑΜ. γένοιτο μέντἄν, θύγατερ, οὔριος δρόμος
ἐκ τῶν παρόντων τῶνδ᾽ ἐμοὶ καὶ σοὶ κακῶν
ἔλθοι τ᾽ ἔτ᾽ ἂν παῖς οὑμός, εὐνήτωρ δὲ σός.
ἀλλ᾽ ἡσύχαζε καὶ δακρυρρόους τέκνων
πηγὰς ἀφαίρει καὶ παρευκήλει λόγοις,100
κλέπτουσα μύθοις ἀθλίους κλοπὰς ὅμως.
κάμνουσι γάρ τοι καὶ βροτῶν αἱ συμφοραί,
καὶ πνεύματ᾽ ἀνέμων οὐκ ἀεὶ ῥώμην ἔχει,
οἵ τ᾽ εὐτυχοῦντες διὰ τέλους οὐκ εὐτυχεῖς·
ἐξίσταται γὰρ πάντ᾽ ἀπ᾽ ἀλλήλων δίχα.105
οὗτος δ᾽ ἀνὴρ ἄριστος ὅστις ἐλπίσιν
πέποιθεν αἰεί· τὸ δ᾽ ἀπορεῖν ἀνδρὸς κακοῦ.


✦✦✦✦

Ω γέροντα, που κάποτε των Ταφίων πήρεςτην πόλιν οδηγώντας άξια τους Καδμείους,πόσο δεν είναι φανερό απ᾽ τα θεία κανένα!Στον πατέρα μου εμέ δεν μ᾽ απόδιωξε η τύχη,που για τα πλούτη του πολύ περηφανεύθηέχοντας τη βασιλεία, που γι᾽ αυτήνε λόγχεςμακριές σε σώματα πηδούν ευτυχισμένα,κι όντας πολύτεκνος· και μ᾽ έδωκε στον γιο σουγυναίκα, νόμιμα μ᾽ αυτόν σπιτώνοντάς με.Και τώρα τ᾽ αδέρφια μου πεθαμένα, πάνε,70κι εμέ κι εσένα ο θάνατος μας περιμένεικαι του Ηρακλή τα τέκνα, που τα σώζω κάτουστα φτερά μου σαν την όρνιθα τα μικρά της.Κι αυτά ξετάζοντας για το ᾽να και για τ᾽ άλλο,μητέρα, λεν, σε ποιά ο πατέρας μας γη λείπει;Τί κάμνει; πότε θενα ᾽ρθει; κι απ᾽ τον καινούργιοαπατημένα τον πατέρα τους ζητάνε.Κι εγώ με λόγια τα πλανώ. Κι όταν η θύρακτυπάει, θαυμάζοντας σηκώνουν το καθένατο πόδι για να πέσουνε στο πατρικό γόνα.80Τώρα, λοιπόν, τί ελπίδα ή τρόπο σωτηρίαςβρίσκεις, ω γέροντα; γιατί από σένα ελπίζω.Ούτε απ᾽ τα σύνορα μπορούμ᾽ έξω να βγούμεκρυφά, τι τα περάσματα φυλάν στρατιώτεςαπό μας δυνατότεροι· κι ούτε απ᾽ τους φίλουςσωτηρία πια ελπίζομε. Λέγε όποια έχεις γνώμηφανερά, μη ο θάνατος μας προσμένει αμέσως,και τον καιρόν μακραίνομεν αδύναμοι όντας.ΑΜΦ. Δεν είναι αυτά εύκολο να παίρνουν καλό τέλος,όταν έτσι άκοπα τα βιάζεται κανένας.90ΜΕΓ. Θες κι άλλη λύπη ή τη ζωή σου αγαπάς τόσο;ΑΜΦ. Και τόση ζωή τη χαίρομαι κι ελπίδες έχω.ΜΕΓ. Όμως τ᾽ ανέλπιστα να ελπίζομε δεν πρέπει.ΑΜΦ. Και των κακών οι αναβολές κάποια γιατρειά είναι.ΜΕΓ. Αλλά πονεί ο αναμεταξύ καιρός της λύπης.ΑΜΦ. Άμποτε ο δρόμος καλός νά ᾽βγει, ω θυγατέρα,μετά απ᾽ αυτές τις συμφορές και των δυονών μαςκι άμποτες νά ᾽ρθει ακόμα ο γιος μου, ο δικός σου άντρας.Μα ησύχαζε και τις δακρυοπηγές που τρέχουντων παιδιών σου στέρευε κι όλο γλύκανέ τα100με λόγια ξεγελώντας τα, ξεγέλασμα άθλιο.Οι δυστυχιές κουράζονται και των ανθρώπωνκαι δεν έχουν πάντοτες δύναμιν οι ανέμοι,γιατί στο ενάντιο όλα τα πράγματα γυρνούνε.Κι είναι καλύτερος εκείνος που όλο ελπίζει,κι όποιος τα χάνει, αυτός δειλός άνθρωπος είναι.
Μετάφραση -  Κώστας Βάρναλης

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΕΔΩ ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ Β' ΜΕΡΟΣ

πηγές 

ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠΟ http://www.greek-language.gr/






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου