Παρασκευή 13 Απριλίου 2018

ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ " Η Μανταλένια " Διήγημα


Όσοι περί πολλά τυρβάζουν, ίσως να ενδιαφέρονται να μάθουν και τα περιστατικά της ιστορίας τούτης.

Είμουν ξαπλωμένος στον ίσκιο μιας καρυδιάς, και, προσπαθών να κοιμηθώ, ύστερα από μακρά πορεία, έλεγα : «Νάνι Μανταλένια! Νάνοι πηδούν κοκκινοπρόσωποι μ΄ άκουρα γένεια, μαύρα γένεια».

Αλλά ο ύπνος δεν ήρχετο. Ήρχετο μόνον μία αύρα ελαφρά, εντός της οποίας έπλεαν τα αρώματα του έαρος. Καίτοι τα τζιτζίκια δεν είχαν κάμει ακόμη την εμφάνισί των, ενόμιζα πως έβριθε η ατμόσφαιρα από τον παλλόμενο τριγμό τους. Μία πηγή κελάρυζε σιμά. Από μακρυά ηκούετο το βήμα του επερχομένου θέρους.

Η ώρα ήτο γλυκυτάτηּ η κόπωσίς μου ωσαύτως. Όπως συμβαίνει συχνά με αυτούς που επιθυμούν να κοιμηθούν, έστριβα από το ένα πλευρό στο άλλο, για να βρω μια θέσι αναπαυτική επί του χώματος, επικαλούμενος συνεχώς τον ύπνο. Ξαφνικά, μου φάνηκε πως έπεφτα, όχι κατά τρόπο τρομακτικό, όπως συμβαίνει στους εφιάλτας, αλλά μαλακά και ηδονικά, μέσα σ΄ έναν μπαξέ της ιδιαιτέρας μου πατρίδος Άνδρου, όπου, την άνοιξι, οι ανθισμένες λεμονιές σκορπούν τα μύρα τους, με τόσην επιμονή και τόσον έντονα, που πλημμυρίζουν, όχι μόνο τον αέρα, αλλά και τα πιο ερμητικώς κλειστά δωμάτια, και τα πιο βαθειά σεντούκια και συρτάρια, κάτω από τα μακρουλά και στρογγυλά κυπαρισσένια βορδωνάρια.

Η παραβολή που έκαμα, έχει μεγαλυτέρα σημασία απ΄ ό,τι θα μπορούσε να νομίσει κανείς αρχικώς, διότι βρισκόμουν πλέον, όχι κάτω από μια καρυδιά των Λαμύρων ή των Στραπουργιών, αλλά, σαν να είχα κατρακυλήσει από παραβολή σε παραβολή, βρισκόμουν, λέγω, στο Νειμπορειό, σε μια αμμουδιά της Άνδρου, όχι μακρυά απ΄ τις Πλακούρες, την συνοικία του λιμένος, όπου, όπως και στην άλλη εκείνη συνοικία, την Ρίβα, στέκουν σιωπηλά, σαν άγρυπνοι φρουροί της μυθικώς γοητευτικής για μας πατρίδος μας το ένα κοντά στο άλλο, τα Εμπειρικαίïκα – δηλαδή τα σπίτια των Εμπειρίκων, των οποίων η παλαιά και ισχυρά οικογένεια καπετάνεψε και καπετανεύει πάντα την μοίρα του ωραίου νησιού.

Μόλις σταμάτησε το κύλισμά μου, στάθηκα στα πόδια μου. Όρθιος στην άμμο, έβλεπα τον αυγερινό να σβύνη, όπως περίπου σβύνουν τα μάτια μιας ηδονιζομένης γυναικός, και να υποθρώσκει, βαθμηδόν, στον ουρανό η μέρα. Δεξιά μου, η Χώρα εκοιμάτο ακόμη. Αριστερά, ο δρόμος προς τις Στενιές, το μεγαλύτερο ναυτικό χωριό της νήσου, ήτο έρημος. Θυμάμαι ότι μύριζαν πάρα πολύ οι λεμονιές. Πάρα πολύ και ανεκλαλήτως ωραία. Θυμάμαι πως την ίδια ώρα, έκαμα μια απ΄ αυτές τις σκέψεις, που κάνουν συχνά οι άνδρες, αλλά που πάντοτε σχεδόν τις αποκρύπτουν. Τι ωραία, συλλογιζόμουν, που θα ήτο, αν τύχαινε να περάσει μια τρυφερά παιδίσκη απ΄ εκεί, ή μια τραγανή νεάνις, και να τις έπιανα, είτε το ήθελαν ή όχι, να τις διακόρευα στην αμμουδιά, υπό το φως της Αφροδίτης, ή, σ΄ έναν μπαξέ, κοντά στον δρόμο, έτσι, με το «άστε ντούα ου», διαρρηγνύων τους υμένας των και εισδύων μέσα των βαθειά, σε αψόγους και πλήρεις βιασμούς, ενώ στους φράχτες θα λαλούσαν οι κοκόροι, και στις συκιές θα έχυναν το γάλα των τα σύκα…

Αλλά καμιά παιδίσκη και καμιά νεάνις δεν περνούσε. Τότε, εγώ, φλεγόμενος από τον διακαή μου πόθο, μη γνωρίζων τι να κάμω, έβγαλα το τσιμπούκι μου και δαγκώνοντάς το με λύσσα, στράφηκα προς την θάλασσα και άναψα ένα σπίρτο. Τότε μονάχα παρετήρησα ότι το καράβι που ήτο αγκυροβολημένο διακόσιες περίπου οργυιές απ΄ τ΄ ακρογιάλι, δεν ήτο συνηθισμένο ιστιοφόρο, αλλά ένα μεγάλο κλίππερ, έως 600 τόννων, σαν αυτά που δεν βλέπουν πια στις θάλασσες οι ναυτιλλόμενοι των ιδικών μας χρόνων, μα τα συναντούν μόνον σε εικόνες και βιβλία, ένα κλίππερ εκτάκτου ομορφιάς, όμοιο με αυτά που εξυπηρετούσαν άλλοτε, στον 19ον αιώνα, την γραμμή των Ινδιών, απ΄ την Αγγλία. Τα πανιά του ήσαν μισομαζευμένα. Το κλίππερ έμοιαζε σαν να είχε φθάσει μόλις προ ολίγου. Εν τούτοις, κανείς δεν εκινείτο επί του καταστρώματος. Μόνον ένα φανάρι έλαμπε στον πρωραίο ιστό, όπως στον ουρανό η Αφροδίτη. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου φαινόταν σαν λαχανιασμένο, όμως όχι εναγωνίως, μα ζωηρά, από ξεχείλισμα ζωής, από γοργόν, θα έλεγα, παλμόν καρδίας. Προς στιγμήν, μάλιστα, μου φάνηκε, παρά την πλήρη ερημιά του, ότι εβούïζε ολόκληρο, από την ίσαλο γραμμή έως ψηλά στον παπαφίγκο, σαν υπερφίαλο και εκστατικό μελίσσι. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Έξαφνα ήκουσα ευκρινώς, μέσα στην ορθρινή γαλήνη, τρεις, πέντε, δέκα γλυκυτάτους στεναγμούς, σε μια ηδυπαθή αλληλουχία, στεναγμούς του είδους εκείνου, που ακούει κανείς, καμιά φορά, αφυπνιζόμενος την νύκτα, να έρχωνται απανωτά, από δωμάτια παρακείμενα, σε σπίτια ή ξενοδοχεία. Το καράβι αυτό, μου εφαίνετο σαν ζωντανό. Το καράβι αυτό, μου άναβε το αίμα. Ένας ακατανίκητος πόθος να το πλησιάσω φούντωσε μέσα μου ακαριαίως. Έπρεπε οπωσδήποτε να το φθάσω. Έτρεξα λοιπόν πίσω στις Πλακούρες, πήδηξα σε μια από τις κοιμισμένες δίπλα στα κρηπιδώματα της αποβάθρας βάρκες, και ήρχισα να κωπηλατώ σαν τρελλός.

Απ΄ εδώ και εμπρός η εξέλιξις υπήρξε ραγδαία. Εντός ολίγου έφθασα στο κλίππερ, και τραβώντας τα κουπιά πιο σιγά, έκανα μία βόλτα γύρω απ΄ το καράβι. Ήτο αλήθεια θαυμάσιο το κατάμαυρο τούτο σκάφος και έμοιαζε σαν παραδομένο στα χάδια των πρωινών υδάτων. Κάτι με έσπρωχνε προς αυτό. Τι ήθελα να κάνω; Γιατί το ποθούσα τόσο;

Τώρα είχα φθάσει στην λεπτή, γλυμμένη, σαν κόσσα ακονισμένη, πρώρα, και χειριζόμουν τα κουπιά κατά τέτοιον τρόπον, ώστε να μη με παρασύρει το ρεϋμα. Σταθεροποιημένος στην θέσι αύτη, ύψωσα το βλέμμα μου και έμεινα άναυδος. Είχα αντικρύσει την ξύλινη γοργόνα του καραβιού, πού έξετοξεύετο παντοτινά κάτω απ' το μπαστούνι, παντοτινά καί ακαταπαύστως, με όρθια μεστωμένα στήθη, με ξανθά μαλλιά, με κατακόκκινα χείλη, και με μεγάλα γαλανά και ατενίζοντα τον ορίζοντα μάτια. Ήτο μια κόρη εκπάγλου καλλονής ετούτη η γοργόνα. Αίφνης η καρδιά μου εσκίρτησε σχεδόν έως το στόμα μου. "Θεέ μου!" ανεφώνησα κατάπληκτος. Η γοργόνα ανέπνεε! Τα στήθη της ανεβοκατέβαιναν, τα βλέφαρα της ανοιγοκλείναν, καΐ από τα χείλη της έβγαιναν γλυκύτατοι στεναγμοί. Η ωραία γοργόνα δεν ήτο ξύλινη. Ήτο ζωντανή, και μαζύ με το ανεβοκατέβασμα του στήθους της, απόλυτα συγχρονισμένα, φούσκωναν και ξεφούσκωναν τα πλευρά του καραβιού, που ανέπνεε και εστέναζε και αυτό δια του στόματός της. Τότε, με μιας, κατάλαβα γιατί ποθούσα τόσο το θηλυκό καράβι. Ήθελα να ανέβω επάνω του, όχι ως επιβάτης, μα ως επιβήτωρ, και πριν ακόμη καταστεί ο πόθος μου συνειδητός. Δεν ξέρω γιατί, μα αισθανόμουν στο κατώφλι μιας αναντιρρήτως χειροπιαστής αιωνιότητος, και κοίταζα, κοίταζα με απληστία και λαχτάρα, το υπερκόσμιον τούτο όραμα, που ανεδύετο από την θάλασσα, όπως η αρχική ζωή μέσ΄ απ΄ το μπλάβο χάος. Ρίγος βαθύ και σύγκορμον με συνεκλόνιζε. Δεν αισθανόμουν πια σαν ένας άνθρωπος, μα σαν ολόκληρος λαός περιούσιος, μπροστά σε νέον κόσμο.

«Αφροδίτη!» φώναξα έξαλλος.

Τότε συνέβη κάτι, που κόντεψε να μου κόψη την αναπνοή. Η γοργόνα έσκυψε το κεφάλι της προς εμέ και είπε :

«Όχι Αφροδίτη… Μανταλένια».

Εμβρόντητος εκοίταξα δεξιά και αριστερά τα πλευρικά ελάσματα της πρώρας, που εξετείνοντο πέρα από την μέση της γοργόνας. Κάτι μεγάλα μπρούτζινα γράμματα οξειδωμένα από τις θαλασσοπορείες, φανέρωναν το όνομα του καραβιού. Το ολοζώντανο σκάφος, που ανέπνεε συνεχώς δια της γοργόνας, ελέγετο Μανταλένια!

Πριν συνέλθω από την έκπληξί μου, ένα ποδοβολητό ακούσθηκε ξαφνικά, σαν να έτρεχαν στο μέχρι προ ολίγου τελείως έρημο κατάστρωμα πολλά μικρά παιδιά, και ένας πολύτονος και ασυγκράτητος γέλως έξέσπασε δεξιά και αριστερά. Δέκα έως δώδεκα νάνοι, με κόκκινα πρόσωπα και μαύρα γένεια, ντυμένοι σαν πειραταί του 17ου και του 18ου αιώνος, με μαύρα μαντήλια στα κεφάλια τους και με αστραφτερά μαχαίρια στα ζωνάρια έσκαζαν στα γέλια επάνωθέ μου.

Γελώντας πάντοτε, ένας άπο τους νάνους είπε :

«Πολύ νωρίς ξύπνησες σήμερα, Μανταλένια».

Ενας άλλος νάνος, γελώντας και αυτός, πρόσθεσε :

«Νάνι, Μανταλένια, νάνι λοιπόν...»

Ενώ γελούσαν όλοι, ένας τρίτος νάνος, λίγο πιο ψηλός από τους άλλους, εστράφη προς εμέ και είπε χωρίς γέλια :

«Ξεκινήσαμε για τον Ινδικό ωκεανό, και είμαστε κουρσάροι... Χάσαμε όμως τον καπετάνιο μας και ρίξαμε εδώ τις άγκυρες μας, σε τούτη την φημισμένη για τους ναυτικούς της νήσο, για να πάρουμε έναν από σας για πλοίαρχό μας... Αν θέλεις την Μανταλένια, έλα να γίνεις αρχηγός μας... Έτσι μονάχα θα την κάνεις δική σου».

Η απόφασίς μου ήτο ήδη παρμένη. Παρατώντας τα κουπιά, ανέβηκα στην τραβέρσα της βάρκας και με ένα σάλτο, σαν να’ μουνα ένας τεράστιος πίθηκος, πήδηξα και βρέθηκα γαντζωμένος στην ζωντανή γοργόνα, αγκαλιάζοντάς την με τα μπράτσα μου και με τα σκέλη μου.

«Σηκώστε τις άγκυρες!…» επρόσταξε ο κατά τι ψηλότερος νάνος, που ήτο ο ναύκληρος του πειρατικού. Έπειτα φώναξε στεντορείως ;

«Το κλίππερ Μανταλένια σαλπάρει σήμερα για τις Ινδίες… Ζήτω ο νέος αρχηγός μας!»

Τα γέλια παύσανε δια μιας και αμέσως ήρχισαν να κροταλίζουν οι καδένες. Εγώ φιλούσα σαν τρελλός την Μανταλένια. Την φιλούσα παντού, στα στήθη, στα μαλλιά, στα μάτια, που ήσαν όλα νοτισμένα από γλυκειάν αρμύρα, αλλά τη στιγμή που τη φίλησα, εν τέλει, στο στόμα, η ηδύτης του φιλιού ήτανε τόση, που τα χέρια μου γλύστρησαν από το κορμί της, και έπεσα με παφλασμό μέσ΄ στο νερό.

Καλά ως εδώ. Όλοι θα συμφωνούν και δικαίως, ότι ονειρευόμουν. Αλλά τι θα πουν όσοι διαβάζουν τούτες τις γραμμές, όταν μάθουν τα ακόλουθα.

Όταν ξύπνησα και σηκώθηκα από την καρυδιά, στις ρίζες της οποίας είχα ξαπλώσει για να ξαποστάσω, αφού προχώρησα ολίγα βήματα, γιομάτος ακόμη από την γοητεία του ωραίου ονείρου, είδα στο πρώτο γύρισμα του δρόμου, να υψώνεται μέσα από την χλόη, επάνω στο βάθρο του, ένα γύψινο άγαλμα, που πρώτη φορά το αντίκρυζα στο σημείο τούτο. Το άγαλμα αυτό ήτο μια κόπια της Αφροδίτης της Μήλου, μια κόπια πιστή, αλλά σε κλίμακα κατά τι μικροτέρα. Άθελά μου θυμήθηκα την αναφώνησί μου εμπρός στη ζωντανή γοργόνα του ονείρου, και στάθηκα απέναντι στο γύψινο ομοίωμα, που υψώνετο μέσα από την χλόη. Έξαφνα η καρδιά μου σκίρτησε στο στήθος μου και έμεινα άναυδος. Στο βάθρο της Αφροδίτης, κάποιος είχε χαράξει με σουγιά το όνομα : Μανταλένια!.- 

«Το ελληνικό φανταστικό διήγημα», Τόμος Γ΄, Αίολος 1994, σελίδες 67-70 




πηγή φωτογραφίας http://www.klippereensgezindheid.nl/de/







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου