Τρίτη, 10 Απριλίου 2018

ΤΕΟΣ ΣΑΛΑΠΑΣΙΔΗΣ ( 1924-1983 )

συγγραφέας : Σαλαπασίδης Τέος
εισαγωγή-παρουσίαση : Βούλγαρης Κώστας
εκδόσεις ! Γαβριηλίδης 

Ο Τέος (Ματθαίος) Σαλαπασίδης γεννήθηκε το 1924 στο Βατούμ της Γεωργίας. Το 1925 η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη. Το 1943 γράφτηκε στην ιατρική σχολή του ΑΠΘ. Το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς ανέβηκε στο βουνό με τον ΕΛΑΣ και έμεινε εκεί ως την απελευθέρωση. Το 1946 κατέφυγε στην Αθήνα όπου συνέχισε, για λίγο, τις σπουδές του στην ιατρική. Υπήρξε για ένα διάστημα νυχτερινός ξενοδοχειακός υπάλληλος στο Παρίσι. Ασχολήθηκε με την ποίηση, το θέατρο και τον κινηματογράφο. Πέθανε στην Αθήνα στις 23 Δεκεμβρίου του 1983.
Ποιητικές συλλογές:

«Δώδεκα ποιήματα του Τέο Σαλαπασίδη» (επιμέλεια Μάρκου Μέσκου), ιδιωτική έκδοση, Θεσσαλονίκη, 1993
Θέατρο & κινηματογράφος:
«Γκρίζο πουλόβερ» (μονόπρακτο)
«Τα μήλα πέφτουν Τρίτη» (τρίπρακτο)
«Η μικρή παρέλαση» (ταινία που δεν τελείωσε ποτέ για οικονομικούς λόγους)

ΠΟΙΗΜΑΤΑ 

 Σχέδιο για προσευχή

Εικοσιτετράωρα αιώνων σκυφτός – Θεέ,
στης πόρτας μου τα σιδερένια σκαλιά.
Της αλήθειας μου το κρύο πάγωσε στα γένια σου
και περιμένεις...
Περίμενε, έχω δουλειά!
Στρώνω με τον πυρετό μου ένα σχέδιο:
«Κατάληψη εξουσίας»
και χρειάζομαι τώρα διαβήτες, μπιστόλια,
κι ανθρώπους.
Να ’χουνε χέρια γερά, να δουλεύουν, να ιδρώνουν.
Ζητάς να σε πιστέψω; Έλα.
Έλα αύριο, χαράματα που θα πιάσουμε μάχη,
έλα να γίνουμε φίλοι.
Με χοντροπάπουτσα παρτιζάνος-στρατιώτης
στην ίδια γραμμή πυρός. Έλα.
Σε περιμένω στην είσοδο του εργοστασίου
πάνω στ’ αυλάκια των χωραφιών
στα καμένα χωριά της υπαίθρου
στο καμένο χώμα των πόλεων.
Σε περιμένω στην αίθουσα Αναμονής
για την Επανάσταση,
πρώτη θέση.
Θα με βρεις τραγουδώντας
καβάλα σ’ ένα βουνό ανθρακίτη
σ' ένα κύμα τής θάλασσας
στης Νορμανδίας* το ψηλότερο κατάρτι
σπήκερ στον πύργο τού Άιφελ
σε Μακεδονίσια θημωνιά γλυκοφιλώντας ένα κορίτσι.
Εκεί που δεν κοίταξες ποτέ – δίπλα σου,
θα με βρεις υψώνοντας τη γροθιά σου
κοιτώντας αντρίκεια, σφυρίζοντας:
«ένας καινούριος σύντροφος».
Θα σε γνωρίσω. Να κρατάς «Ριζοσπάστη»,
σύνθημα, παρασύνθημα, Χαρίλης-Θεσσαλονίκη.
Θα ’χω στ’ αφτιά μου κόκκινους ήχους
στα μάτια μου συνωμοτική γαλήνη.
Θα φοράω αρβύλες μπαλωμένες με χιόνι,
πλεγμένο αντάρτικο σκουφί στον αργαλειό τής θύελλας
με νήματα βροχής.
Θα ’χω το αμπέχωνο μ’ αγέρα κουμπωμένο – την άνεση
τυλιγμένη στο λαιμό μου
ένα τρύπιο κασκόλ.

Ζητάς να σε πιστέψω; Έλα!
Στην ίδια διμοιρία θα σου δώσω
στο δίπλα χαράκωμα μια θέση βολής.
Αν θέλεις, έλα.
Είναι στη γη μας καλύτερα.

* Αναφορά στη «Νορμανδία» που ήταν κάποτε –πριν από τον τελευταίο πόλεμο– το μεγαλύτερο υπερωκεάνιο του κόσμου.


(Περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα», τεύχος 38, 8.3.1946, με το ψευδώνυμο Νίκος Νικολαΐδης)


💮 💮 💮 💮 
 Εκείνος

Τον αγαπούσαμε γιατί ήταν παλικάρι.
Τον αγαπούσαμε για την περίφημη γροθιά του
για το σταθερό γαλάζιο του βλέμμα.
Τον αγαπούσαμε γιατί περίμενε σαν παιδί την Άνοιξη
ζωγραφίζοντας τραγούδια και φωτιές.
Τον αγαπούσαμε γιατί βάδιζε όρθιος
και γελούσε στα σκοτάδια πολεμώντας.
Τον αγαπούσαμε για την απλή προσταγή του
για το φαρδύ του στήθος – που αργότερα ματώθηκε.
Τον αγαπούσαμε για το βουνίσιο του τραγούδι.
Τον αγαπούσαμε πιότερα σα δεν τραγούδαγε
τότε γέμιζε το πιστόλι του σφυρίζοντας.
Τον αγαπούσαμε – νικούσε και τον ήλιο με γιουρούσι
γιατί μάτωνε τις νύχτες μ’ ενέδρες.
Τον αγαπούσαμε και μας αγάπησε στήνοντας στη Σαλονίκη
την εφηβική σημαία του κεντημένη με δυο σφαίρες.
– Τότε που σκόρπισε ορμητικά στις τρικυμισμένες πλατείες
τα είκοσι τριαντάφυλλα που του χάρισε η μητέρα του.
Τον αγαπούσαμε και μας αγάπησε – ο Χάρης*.

* Για τον Χάρη (Τάλλαρο) υπάρχει ακόμη ένα πολύ γνωστό ποίημα. Εκείνο του Μανόλη Αναγνωστάκη.

(Περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα», τεύχος 35, 28.1.1946, με το ψευδώνυμο Νίκος Νικολαΐδης)
Από την έκδοση Δώδεκα ποιήματα του Τέο Σαλαπασίδη (επιμέλεια Μάρκου Μέσκου, 1993)


💮 💮 💮 💮 
 Οδομαχίες

Πολεμήσαμε – στα χιονισμένα θρανία των πάρκων
στις υπόγειες στοές των εργοστασίων
σε δάση ανοιξιάτικα με παπαρούνες
στη σκόνη και σε λίμνες παγωμένες.
Τον Αύγουστο δεν ήπιαμε νερό – με βλέφαρα
καμένα απ’ της αγρύπνιας το μπαρούτι∙
αφήναμε τον ήλιο να μας τρώει τα μάτια
και το Δεκέμβρη δεν ανάψαμε φωτιές.
Ταμπουρωθήκαμε – στα κράσπεδα των λεωφόρων
στα παράθυρα, στις στέγες, στα μπαλκόνια
πίσω από ένα τζάμι, ένα λουλούδι, ένα φύλλο
πίσω απ’ τις πέντε αχτίνες τής καρδιάς μας.
Με πεδίο βολής, τα Διεθνή Ξενοδοχεία.
Απ' τις αγαπημένες θυρίδες των πολυβολείων
μετρούσαμε τη λεφτεριά, με τους σταυρούς της πτώσης τους
–θανατικά ρολόγια που δείχναν τη ζωή μας–
Τότε στήσαμε τα πολυβόλα και την τρέλα μας, πάνου
στα εκτροχιασμένα τραμ, σε ντουλάπες, σε πιάνα,
σε αξιοπρεπή πορτραίτα «Κυρίων» – με τις μπούκες
στραμμένες αντίκρα∙ στα μάτια των δειλών.
Με τη ζωή μας –μιαν υπέροχη ζωή, μετρήσαμε:
– Ορθοί: στις στέγες, στις πλατφόρμες, στα πάρκα
–τον ασήμαντο, χλιαρό τους θάνατο– Εμείς∙
που πεθάναμε τόσο, μα τόσο ωραία.

(Περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα», τεύχος 30-31, 7.12.1945, με το ψευδώνυμο Νίκος Νικολαΐδης)
Από την έκδοση Δώδεκα ποιήματα του Τέο Σαλαπασίδη (επιμέλεια Μάρκου Μέσκου, 1993)


💮 💮 💮 💮 

 Μαύρη θάλασσα

«Είναι κι άλλα παιδιά στα παραγκάκια του Λονδίνου»
Νίκος Παππάς

Ατέλειωτη γύρους καβάλα στη νύχτα
Χάνω την αυγή σε κάθε μου χτύπημα
Χάνω τους φίλους σε κάποιο άλλο πρόσωπο
Χάνω τα ποτάμια στην ίδια θάλασσα
Και με βρίσκουν μόνο οι σπινθήρες
Που κερδίζουν οι οπλές της από τ’ άστρα
Σελήνη κτήνος των ιπποτών
Σμήνος πολικό πασιέντσα δυσανάγνωστη
Ρουμπίνι άρρωστο κατεβασμένο βλέφαρο φεγγαριού
Αφροί στο υγρό καπούλι της νύχτας πού με πάτε:
Και συ αγνή απλή κατάλευκη
Παρουσία που κράτησαν οι καθρέφτες
Αίμα των πιο ωχρών κι αναιμικών μου λογισμών
Βοήθα, Ιόλκη! Ω κυρά των λογισμών μου
Τα όπλα να κερδίσουν ένα βλέμμα μνήμης
Κι ας είναι μια ήττα μέσα στον άγριον άνεμο
Που γυρίζει τα φτερά των ολλαντέζικων μύλων.

Πού να ’σαι μυστήριο παιδικό
Αγροίκε πατέρα του άλλου παππού μας
Παλιά περούδα ερωμένη του
Δαρμένη κάθε τόσο με φτερά παγονιού
Κι εσύ μοναδικέ μου ξάδερφε με το λαθραίο καπνό
Πίνεις ατέλειωτες λαβωματιές ρακί
Όταν έσπαγες το γυαλί στα χέρια σου
Στα ύποπτα υπόγεια του Ερζερούμ
Κι είχες τα μάτια σου γλυκόπικρα
Σαν τ’ άνθος του καπνού.

Πώς θέλεις κάποιος μια μέρα νά ’ρθει να σας βρει
Τροχίζοντας το μαχαίρι του στον Καύκασο
Κάτω απ’ του γύπα τη σκιά να μετρηθεί
Μ' ένα συκώτι ξεραμένο σ’ εύξεινο καιρό
Καθώς θα τραγουδά ο άνεμος με ράμφη σπασμένα
Να ’ρθει να βρει την πετρωμένη Διμοιρία
Ή κάποιο σχηματισμό των τελευταίων Κομνηνών
Να κουβεντιάσει με το μικρό εθελοντή της Τραπεζούντος
Και παίζοντας ολίγα πορφυρά νομίσματα
Σε κύβους πολύτιμους των Λοχαγών
Να ξαναχάσει το μισθό μιας εκστρατείας
Με ύφος –όσο μπορεί– ακριτικό. Πάντα
Χειρονομίες που ζήλεψε ο χάρος. Πάντα
Χειρονομίες που κέρδισε ο χάρος. Ντόρτια!

Σα μάρμαρο που χάθηκε το πρόσωπο από συνήθεια.

Τώρα τι να κάνω εδώ που βρέθηκα τόσο νέος
Και να κάνω εκεί αν πάω τώρα τόσο αργά
Ας πάμε αλλού – σ’ ένα διαμέρισμα∙ γνήσια φτηνό
Θα είναι... Κάπου. Άραγε είναι;
Κι αν είναι, άραγε...

Πώς να ’ναι κείνα τα παιδιά
Στα παραγκάκια του Λονδίνου.

(Περιοδικό «Νέοι Ρυθμοί», τεύχος 3, Μάιος 1949)
Από την έκδοση Δώδεκα ποιήματα του Τέο Σαλαπασίδη (επιμέλεια Μάρκου Μέσκου, 1993)

💮 💮 💮 💮 

 Proletarium (opus O II)

Στον άδειο δρόμο σπάσαν οι σωλήνες
Αυτό γίνεται στη Σαλονίκη κάθε τόσο.
Νύκτα περνούν οι εφιάλτες
Αυτό γίνεται σαν ιστορία και στο μυαλό μας.
Η γωνιά του πεύκου για παιδιά που παίζουν
Ο τοίχος για τις τελευταίες σου στιγμές
Τοίχος πεύκα και στη μέση σπίτι
Αν έχεις και κρεβάτι πεθαίνεις πιο άνετα.
Αν έχεις αρβύλες περπατάς
Αν είσαι ξυπόλητος περπατάς θέλεις δεν θέλεις
Το χειμώνα κουβαλάς ν' αποθηκεύσεις χιόνι για το καλοκαίρι των εχόντων
Και το καλοκαίρι όταν δε σε χρειάζεται κανείς
Πεθαίνεις για να μη σε πουν τζιτζίκι
Είτε προσπαθείς να περάσεις τη γραμμή του ορίζοντα.

Και κόβει το λεπίδι της το λαιμό σου.

Αθήνα 16.6.1957. (Αδημοσίευτο, Αρχείο Τ. Σ.)
Από την έκδοση Δώδεκα ποιήματα του Τέο Σαλαπασίδη (επιμέλεια Μάρκου Μέσκου, 1993)
https://www.translatum.gr/


💮 💮 💮 💮 

Northern Spiritual

Στη δέσποινα των βρεγμένων
Που μας έγραφε τακτικά τις Κυριακές
Παρηγορώντας μας για τις βροχές
Με γράμματα – ομπρελίτσες
Το μεγάλο ταξίδι είναι ο άνεμος
Το μεγάλο ταξίδι είναι από δω ως τα μάτια της;
Από δω ως τα μάτια της έχει βροχή
Και μεγάλο ταξίδι
Από δω ως τα μάτια της είναι θάλασσα
Πνέει ο κακός αέρας
Το ταξίδι και ο Θάνατος κουράστηκαν
Λίγα μίλια έξω από τη Σκιάθο
Από δω ως τη Σκιάθο έχει σύννεφα
Από δω ως τη Σαλονίκη είναι Κυριακή
Τις Κυριακές είναι όλο σύννεφα
Είναι όλα κλειστά και Δε σου ανοίγουν
Τώρα ως την άλλη βδομάδα θα πέσει φθινόπωρο
Το φθινόπωρο ρίχνει τα φύλλα
Και επειδή μέσα στις βροχές τα φύλλα είναι έρωτας
Γι΄ αυτό βρέχει
Από δω ως τα μάτια της.

💮 💮 💮 💮 
0-24

ένα σύννεφο κράτησε όσο το απόγευμα
έπειτα ήρθε η νύκτα το σύννεφο έγινε βροχή
στα μαλλιά σου πάνω μάχεται τον θάνατο τώρα
που σε χαϊδεύει
μπορεί να έρθει βαρύ σύννεφο κάποτε
θα΄ ρθει Σα ΄σύννεφο νύκτα ολόκληρη
ο θάνατος πάνω στα μαλλιά σου να πάρει το χέρι μου
που σε χαϊδεύει
έρπω Σα σύννεφο όλος υποψία
ανιχνέυω γύρω από το λαιμό σου το χρόνο που επιτίθεται
σε χαϊδεύω και όταν με κτυπά πέφτω στα χέρια σου
που με χαϊδεύουν
πάντα η κάθε μέρα περνά με ατέλειωτες περιπολίες
μπορεί να΄ ρθει αύριο μπορεί την άλλη νύχτα
σκέψου την ώρα που θα΄ ρθει όλα θα υπάρχουν
και μεις
λίγο πριν έρθει.

💮 💮 💮 💮 

Άλωσις

Βγήκε η φώκια
Αλληλούια
Αιγαίο σκισμένο από τορπιλακάτους
Η νηοπομπή άνθισε
Κύμα μεσίστιο
Πεινάμε
Έπειτα ήρθε η Σαλονίκη με καπνούς πετρελαίων
«στην πόλη μας βασίλεψε μια ορφανή πειθαρχία»
αρμένιζε η Σαλονίκη προς τα βουνά της
ο Δεκανεύς πέταξε το όπλό του στη θάλασσα
τον εχθρό έπρεπε να περιμένει εστία κενού
όμως η θάλασσα επέστρεψε ο όπλο
δεν επρόκειτο περί όπλου
και γυρεύω τώρα τον πλοίαρχο
ήταν αληθινός ο πλοίαρχος του τορπιλοβόλου «Σφενδόνη»
Μόνο
Πέρασε ήρεμα
Σφύριξε
Αντίο
Βυθίστηκε μέσα στον καιρό
Αντίο
http://www.poiein.gr/







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου