Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2016

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΖΑΡΑΝΗΣ ΕΥΔΑΙΜΩΝ " ΓΕΓΟΝΟΤΑ… ΙΔΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ! "







ΣΤΟ ΓΛΥΚΟΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ!

Όταν τα γεγονότα λέγονται… ίδια με νανούρισμα!

Κάποτε και ενώ καθόμασταν οι δυο μας στην αυλή, κάτω από την κληματαριά,ένα σούρουπο… λίγο καιρό πριν φύγει από τη ζωή για το αιώνιο ταξίδι δίχως μιαν επιστροφή, η γλυκιά μάνα μου είπε:
- Να εύρισκα ένα δημοσιογράφο να του εξιστορήσω τα γεγονότα της ζωής μου όλης, για να τα γράψει σε ένα βιβλίο! Είναι αρκετά σημαντικά τα γεγονότα και δε πρέπει να χαθούν! Ίσως κάποιο ανάγνωσμα γενεί κάποτε..… ίσως! Ποιος το ξέρει;
- Γιατί μάνα δεν τα λες σε μένα να τα κρατήσω ίδια με φυλακτό μες την καρδιά και όταν θα μπορέσω, να τα γράψω να μην χαθούν!
- Εσένα να τα πω; Δε γίνεται! Πρώτα … πρώτα είσαι μικρός! Μετά …. δε ξέρεις καν να γράφεις! Όχι, δε γίνεται! Δεν κάνεις εσύ γι’ αυτό! Να ‘βρισκα έναν
δημοσιογράφο… να τα πω! Που να βρω! Να ‘βρισκα ένα δημοσιογράφο…. αλλά που;
Εκεί σταμάτησε η κουβέντα μια και καλή! Δεν ξανάγινε λόγος γι’ αυτό! Το μόνο που μου έμεινε από τότε, είναι ένα γλυκό παράπονο… παράπονο, γιατί ποτέ δε μου εμπιστεύτηκε τις μύχιες σκέψεις της, ίσως από φόβο, ίσως από ντροπή, ίσως γιατί νόμιζε ότι θα τις αλλάξω, ίσως γιατί νόμιζε ότι ήθελα να μάθω…. από περιέργεια και μόνο! Ήμουν …. τότε, γύρω στα δεκαοκτώ και ίσως η δόλια νόμιζε, ότι θα έμενα…πάντα στην ίδια ηλικία! Μένει κανείς όμως σε παιδική ηλικία για πάντα; Η μεγαλώνει ή πεθαίνει! Μα… υπάρχει και η εξέλιξη στη ζωή του ανθρώπου!
Τώρα καθώς διάβηκαν έξι χρόνια περίπου, από τότε που άρχισα να γράφω και το νιώθω, ότι ίσως μπορώ να πω και δυο λόγια για το παρελθόν της τόσο δραματικής ζωής της! Γιατί έτυχε να ζήσει τότε σε μια πολύ δύσκολη εποχή!!
Μα… δυστυχώς, αυτή λείπει στο… μακρινό της ταξίδι και είμαι στην πίκρα….πίκρα γιατί δεν μπορώ να πραγματώσω τη δική της επιθυμία, πίκρα για δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει αυτήν την επιθυμία της κάνοντας την πραγματικότητα, πίκρα που χάθηκαν τα πιο ιστορικά γεγονότα της ζωής της, μια για πάντα! Τα πήρε μαζί της η ίδια σαν ένα εφτασφράγιστο μυστικό!! Μα …. αυτό δε διορθώνεται!
Όμως, γιατί… υπάρχει πάντα και κάποιο όμως! Τα βράδια, όταν ήμουν ακόμη στην προσχολική ηλικία και καθώς με νανούριζε… φορές - φόρες μου έλεγε, αντί για παραμύθια με δράκους και νεράιδες, καθώς και με βασιλόπουλα και πριγκηπέσες…. μερικά από αυτά τα γεγονότα, νανουρίζοντας με απαλά ίσαμε ο ύπνος να σφαλίσει τα μάτια μου και να με παραδώσει στην αγκάλη του Μορφέα! Έτσι απόκτησα μερικές δραματικές εικόνες από την ζωή της! Πολύ λίγες, μα… πραγματικά γεγονότα  που στοιχειοθετούν τις δύσκολες συνθήκες που βίωσε η τότε ύπαρξη της!
Πριν απ’ όλα πρέπει να πω, ότι στα πρώτα της κιόλας χρόνια, βίωσε φευγιό και προσφυγιά από την Τραπεζούντα στην Οδησσό, μαζί με χιλιάδες άλλους πρόσφυγες από τον Πόντο και μετά από εκεί πάλι άρον - άρον ταξίδι αναγκαστικό για την Πατρίδα, όπου μένανε δεκάδες πρόσφυγες μαζί, καταργώντας τελείως το αδιαχώρητο! Όλα αυτά συνέβησαν, όταν ήταν αρκετά μεγάλη και τα θυμόταν πολύ έντονα η μητέρα!! Ήταν τότε γεγονότα που τη σημάδεψαν!
Μόνο που γράφω αυτά τα…. νανουρίσματα δίχως την άδεια της… γιατί που να την βρω να μου τη δώσει; Απλά βγάζω τον πόνο και την πίκρα της, στην προσπάθεια να ολοκληρώσω τον πόθο της! Τώρα… νομίζω ότι μπορώ τώρα τον ολοκληρώσω! Να μείνουν έστω και για λίγο γραμμένα όλα αυτά που έζησε, μια και το ήθελε!
Ας είναι ελαφρύ το χώμα που σε σκεπάζει μητερούλα! Ανάπαυση παντοτινή να βρει η ψυχή σου! Άθελα σου, προσπαθώ να πραγματοποιήσω την επιθυμία σου!
* * * *
  ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΜΙΑΣ …. ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ!

Όταν το όνειρο…. γίνεται εφιάλτης!

Κρατώντας με όσο πιο απαλά γινόταν και νανουρίζοντας με τρυφερά, άλλωστε…ήμουν και το μοναχοπαίδι της που ήδη με είχε αποκτήσει σε μεγάλη ηλικία, με πολλή  δυσκολία! Έτσι δικαιολογημένα έτρεφε για μένα, πολύ μεγάλη λατρεία και αδυναμία με… μιαν υπερπροστατευτική αγάπη, μάλλον… λίγο ενοχλητική!!
Έτσι έχοντάς με στην αγκαλιά της και με την απαλή φωνή της άρχισε να μου λέει:
- Όταν ήμασταν ακόμη στην δική μας πατρίδα… όχι στην Ελλάδα…. αλλά εκεί που γεννήθηκα στην Τραπεζούντα! Ήταν ήσυχα και ήρεμα όλα τριγύρω, καθώς… ένα πρωί άκουσα να λέει ο παππούς σου στη γιαγιά, ενώ ήταν ακόμη καλός ο καιρός:
- Σωτήρα, θα έχουμε σύντομα φασαρίες! Οι Τσέτες πλησιάζουν και σφάζουν! Σφάζουν δίχως μια διάκριση! Υπάρχει κίνδυνος για την ζωή μας και των παιδιών! Είναι επικίνδυνο να μείνουμε άλλο εδώ απομονωμένοι! Θα πάω τώρα κάτω στην χώρα, να μάθω νέα και αν είναι άσχημα τα πράγματα… θα μισθώσω δυο τρεις άμαξες και θα πάμε εκεί, να πάρουμε την τελική απόφαση! Να δούμε πως θα φύγουμε! Πρέπει να φορτώσουμε κι’ όλα τα αναγκαία! Παίρνω και λίγα χρήματα για τα πρώτα έξοδα! Αν χρειαστεί θα φύγουμε από εδώ, για όσο καιρό χρειαστεί! Το νου σου στο σπίτι, στα παιδιά, στην αδελφή μου την άπορη ακόμη και στα χρήματα! Σε λίγο θα γυρίσω! Λίγος δρόμος είναι από εδώ ως το λιμάνι!! Έρχομαι!
Μέναμε τότε, αγόρι μου, σε ένα μικρό χωριό το Παρχάρ, δηλαδή Εξοχή στα Ελληνικά, γιατί έτσι ήταν το όνομα του χωριού! Λίγα σπίτια και αγροτική ζωή! Μα…ο παππούς είχε βιος και χρήματα, γιατί είχε και τρία μαγαζιά! Πήγε λοιπόν στην Τραπεζούντα, μα… άργησε πολύ… πάρα πολύ να γυρίσει! Οι ώρες περνούσαν…περνούσαν βασανιστικά αργά, δίχως ο παππούς να…. φαίνεται πουθενά! Εμείς παίζαμε χαρούμενα στην αλάνα μπρος το σπίτι! Τι ξέραμε για να καταλάβουμε;
Μα… η γιαγιά δεν ήξερε τι να κάνει! Την έτρωγε η αγωνία! Μήπως… κοπούν οι δρόμοι και δεν μπορούμε να φύγουμε μετά! Φοβόντουσαν, ότι από στιγμή σε στιγμή θα φανούν οι Τσέτες και θα αρχίσει η σφαγή! Ενημέρωση στο χωριό δενυπήρχε!
Με τα πολλά πήρε τον δρόμο και κατηφόρισε με όλο το τσούρμο της, να τον προϋπαντήσει! Η διαδρομή ήταν μικρή, όχι πιο πολύ από μισή ώρα με τα πόδια και τ’ απεφάσισε ! Έκρυψε τα λεφτά σε σίγουρο μέρος! Κλείδωσε καλά το σπίτι και έβαλε το κλειδί κάτω από μια πέτρα, όπως συνήθως κάνανε όταν φεύγανε για λίγο!
Με το μωρό στην κοιλιά, γιατί ήταν στο μήνα της και τα άλλα τρία παιδιά μαζί της, καθώς έπρεπε να βοηθήσει την άπορη αδελφή του παππού, πήρε το δρόμο!
Πήγαινε απλά, να δει… να δει γιατί αργούσε ο παππούς! Η αγωνία μεγάλη και ο κίνδυνος ορατός! Δεν είχε κανένα άλλο να την βοηθήσει, έστω… και για κάτι λίγο!
Στα μέσα του δρόμου, που ήταν γιομάτος κι’ από άλλους ανήσυχους σαν κι’ αυτή, που πήγαιναν στο λιμάνι με τα πόδια! Ξάφνου… βλέπει τον παππού με τις άμαξες, που ερχόταν στο σπίτι να φορτώσει τα αναγκαία!
- Πολύ άργησες Γιάννε! Σε λίγο θα πέσει η νύχτα! Τι έγινε και άργησες τόσο;
- Δεν μπόρεσα να τα βρω νωρίτερα αμάξια γυναίκα! Πάμε πίσω με τα παιδιά;
Εκείνη την στιγμή έγινε αναταραχή στο γύρω πλήθος, που προσπαθούσε με τα πόδια να φτάσει στο λιμάνι! Φωνές ακούστηκαν ολούθε! Ο φόβος κυρίαρχος φτερούγιζε παντού αγγίζοντας τις καρδιές!
- Φύγετε, φύγετε, γρήγορα! Έρχονται και σφάζουν! Κατέβουν οι Τσέτες!
- Τι να κάνουμε; Είπε η γιαγιά!
- Να πάμε στο λιμάνι με τους άλλους, εκεί θα δούμε και θα κάνουμε!
Στιγμιαία η απόφαση! Φορτώνει στη μια άμαξα τους δικούς του όλους, και στις άλλες όλους όσους μπορούσαν να μπουν σε αυτές! Αμέσως πήραν τον δρόμο για το λιμάνι! Γιομάτος ο δρόμος από κόσμο που πήγαινε στο λιμάνι! Φοβόντουσαν όλοι για τη ζωή τους! Δεν ήταν αστεία πράγματα! Ο κίνδυνος τεράστιος! Τι θα γινόντουσαν τα παιδιά, αν σκότωναν αυτούς; Τα παιδιά ήταν νήπια ακόμη!
Έτσι βρεθήκαμε σε λίγο στο λιμάνι, δίχως να έχουμε ούτε μια αλλαξιά πρόχειρη, ενώ αφήσαμε πίσω… τα πάντα! Κάτσαμε εκεί κάνα μήνα κοντά! Εκεί γέννησε η γιαγιά σου τη θεία σου και επιτέλους βρέθηκε καΐκι να πάμε απέναντι στην Οδησσό, που ήταν και αυτοί Χριστιανοί και είχαν πάει εκεί και κάμποσοι γνωστοί!
Πηγαίναμε για λίγο μόνο… μέχρι να ησυχάσουν τα πράγματα! Μετά θα γυρίζαμε στο σπίτι πάλι! Να σου πω και κάτι άλλο: Τη θεία σου την πήραμε μαζί στην Οδησσό αβάφτιστη! Ο μοναδικός γιος της οικογένειας μας λεγόταν Μιχάλης και είχαμε και ένα ακόμα αδέλφι, την Κυριακή! Τρία κορίτσια και ένας γιος! Όταν λοιπόν ήμασταν στο καΐκι, στο ταξίδι για το άγνωστο, την πόλη την ομόθρησκη της Ρωσίας, ο Μιχάλης καθώς έβλεπε, τη θεία σου ζαρωμένη από τη γέννα και την ταλαιπωρία, όπως ήταν και μικρός, είπε:
- Τι το θέλουμε αυτό το μωρό και το κουβαλάμε μαζί, τόσο άσχημο που είναι; Δεν το πετάμε καλύτερα στη θάλασσα να ησυχάσουμε;
Γελάσαμε όλοι! Ακόμα θυμάμαι τα γέλια που κάναμε! Όμως ήταν όλα πολύ δύσκολα τότε! Χρόνια σκλάβοι… αλλά το είχαμε αιώνες πια συνηθίσει! Αυτό όμως.. ήταν κάτι το πρωτόγνωρο! Κινδύνευε η ίδια μας η ζωή! Προσωρινό θα ήταν και το πιστεύαμε, για μια και μόνο αλλαγή… μετά θα γυρίζαμε στα σπίτια μας! Να ησυχάσουν λίγο τα πράγματα! Έτσι ελπίζαμε τότε… αλλά τα πράγματα ήρθαν αλλιώς! Περάσαμε χρόνια σε διαρκή κατάσταση προσφυγιάς, μέχρι να βρούμε κάποιο αποκούμπι να σταθούμε! Δύσκολα χρόνια… που τα έκανε πιο δύσκολα η γενοκτονία, που κήρυξε ο Κεμάλ! Έπρεπε λέει να τιμωρηθούμε… γιατί δεχθήκαμε τους ομόθρησκούς μας ως ελευθερωτές! Έτσι είναι, όταν είσαι σκλάβος… πάντα εξαρτάσαι από τον κάθε αγά!
- Έλα καλό μου αγόρι, να σου πω ένα γλυκό νανούρισμα να κλείσεις τα ματάκια σου, για να αποκοιμηθείς γλυκά… γλυκά στο πλάι μου! Καληνύχτα αγόρι μου! Όνειρα γλυκά να ‘χεις!
- Καληνύχτα μανούλα!
Εγώ στο μεταξύ… είχα μισοκοιμηθεί μες τη γλυκιά αγκαλιά της μάνας μου!!
Κάπου εδώ τέλειωνε πάντα η ιστορία αυτή, που έκανε τους νοικοκυραίους πρόσφυγες, για αναζήτηση νέου τόπου και κάποιας έστω χειρωνακτικής εργασίας, ακόμα και θελήματα να κάνουν, για να πάρουν μια μπουκιά ψωμί να βάλουν στο στόμα τους! Είναι σπουδαίο πράγμα να μπορέσεις να σώζεις την ζωή σου, ιδίως όταν έχεις στην ευθύνη σου και μικρές ψυχές! Έστω…. και να σέρνεσαι ίδια επαίτης σε άγνωστη χώρα …δίχως μία στην τσέπη! Έτσι η οικογένεια της μάνας, πήρε τον δρόμο της προσφυγιάς, αποχαιρετώντας για πάντα την πατρίδα, αντί… για μόνο μια προσωρινή απομάκρυνση όπως ήλπιζαν τότε!!
Γιατί παππούς σου ήταν και ο μόνος που μπορούσε να φροντίζει τόσα στόματα… να χορτάσουν! Τα κατάφερε όμως τελικά! Ζήσαμε όσοι ζήσαμε και φτάσαμε ίσαμε εδώ!
Κάπως έτσι άρχιζε και η ιστορία όλων μας, όσων μένανε πριν στα ίδια εδάφη κάτω από τις διαταγές των Τούρκων!!


Και όλοι αυτοί ήταν με ένα μόνο όνομα: «πρόσφυγες»! Δεν είχαν άλλο όνομα!



* * * *

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ….ΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ

Φιλοξενία σε ομόθρησκη χώρα, όχι… όμως για πολύ!
- Έλα Τάκη μου, είναι η ώρα να ξαπλώσεις στο κρεβάτι! Έλα και ξάπλωσε σιμά αγόρι μου, να σου πω για τότε που ήμασταν στην Οδησσό! Ξάπλωσε κοντά μου λεβέντη μου και ίσαμε να γλαρώσεις θα σου λέω για δαύτη!
 Αυτά μου είπε η μάνα, ανοίγοντας την αγκάλη της:
- Ήταν μεγάλη πόλη η Οδησσός μαμά;
- Ήταν πολύ μεγάλη τότε! Με ωραία κτήρια και μεγάλους δρόμους! Είχε και ευκαιρίες για δουλειές του ποδαριού! Έτρωγες κι’ ένα κομμάτι ψωμί, που λέει ο λόγος! Δεν πείναγες τόσο εύκολα, αν μπορούσες να δουλέψεις!
- Τι γλώσσα μιλούσαν τότε εκεί;
- Ρούσικα παιδί μου!
- Και τα καταλαβαίνατε μαμά;
- Ο παππούς σου ήξερε μόνο Τούρκικα και Ποντικά, αλλά ήταν και αρκετοί γνωστοί μας εκεί! Είχαν πάει καιρό πριν και είχαν φτιάξει ακόμη και δικιές τους δουλειέςΔεν ήταν πρόβλημα η γλώσσα τότε… για μας! Τα αδέλφια μου και εγώ ήμασταν ακόμη μικροί, για να χρειάζεται να μιλάμε καλά τα Ρούσικα! Δυο - τρεις λέξεις και άφθονο παιγνίδι, ήταν αρκετό για όλη τη μέρα! Δεν είχαμε πρόβλημα… προσαρμογής! Ο παππούς σου εύρισκε εύκολα μεροκάματο σε πατριώτες και θελήματα, και για να συμπληρώσει τα χρήματα, μέχρι στην πλάτη κουβάλαγε βάρηΕίχε να χορτάσει, ένας αυτός ακριβώς επτά στόματα! Δύσκολη η ξενιτιά, αλλά τα βολεύαμε κάπως! Δυστυχώς μετά έφυγε η αδελφή του καθώς και ο Μιχάλης και η Κυριακή, πήραν τον δρόμο για το άγνωστο μικρά - μικρά, όχι η θεία σου η Κούλααλλά… η μεγαλύτερη της αδελφή, Κυριακή και αυτή! Έτσι έμεινα εγώ και η Κούλα!
 «Αι δύο αδελφαί», όπως λέγαμε! Τότε ορκίστηκα να μην την αφήσω ποτέ μόνη τη θεία σου και… κράτησα τον λόγο μου!
 Σκέφτηκε λίγο η μάνα και μετά αφού χαμογέλασε είπε:
- Να σου πω παιδί μου και κάτι άλλο! Τον πρώτο καιρό που πήγαμε εκεί, ο παππούς σου συνάντησε ένα γνωστό του ιερέα, που τον είχε βοηθήσει να ντυθεί στα ράσα, για να μην πάει στρατιώτης, όταν οι Τούρκοι στρατολογούσαν και Έλληνες στον πόλεμο με τους Ρώσους, για να δοξαστεί… ακόμα μια φορά η Οθωμανική Αυτοκρατορία! Αν τον έπαιρναν φαντάρο δε θα υπήρχε πια κανείς να  φροντίσει τα γυναικόπαιδα! Έτσι έκανε αυτό… που ήταν η αμαρτία! Δεν υπήρχε άλλος τρόπος! Ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου! Είχε να ταΐσει τόσα και τόσα στόματα! Δε γινόταν αλλιώς! Ντύθηκε παππάς, δίχως να χειροτονηθεί… από Δεσπότη! Το έκανε μόνο και μόνο για να ζήσουν τα έξι άτομα που ήταν εξαρτημένα από αυτόν! Έτσι, όταν τον είδε στην Οδησσό του εμπιστεύτηκε, με επίσημο χαρτί όλο του το κινητό βιος και τα λεφτά που είχε αφήσει πίσω, με την ελπίδα πως αν κάποτε βρεθούν στην Ελλάδα ή κάπου αλλού και έχει μείνει τίποτα, να δώσει και σ’ αυτόν κάτι… μια και θα γύριζε ο ιερέας πάλι πίσω! Μετά από χρόνια πολλά, στην κατοχή, όταν ο παππούς σου ανέβηκε μαζί μου στη Θεσσαλονίκη, βρήκε τον παππά που του είχε δώσει με χαρτί, ότι είχε και δεν είχε αφήσει πίσω του… ο ίδιος!
Μετά από τα φιλιά και τις ευχές του παπά, ρώτησε ο παππούς:
- Έμειναν καθόλου λεφτά από εκείνα που άφησα πίσω σαν έφυγα;
- Γιάννε να σου πω όλη την αλήθεια! Γύρισα πίσω και βρήκα όλα όσα μου είπες, πήρα και όλα τα λεφτά, ήταν ακριβώς όσα είπες, καθώς και πολλά πράγματα από τα δικά σου που τα χρησιμοποίησα και ο ίδιος μετά!
- Έχεις να μου δώσεις κάτι από τα λεφτά που σου άφησα; Είμαι με την κόρη μου εδώ και τα φέρνουμε αρκετά δύσκολα στο οικονομικό, σε τέτοια κατάσταση που είμαστε! Να πάρουμε να φάμε κάτι, αδελφέ!
Τον κοίταξε ίσα στα μάτια ο ιερέας και του είπε: 
- Έκανα κάτι καλλίτερο για την ψυχή σου Γιάννε! Δεν ήξερα αν θα βρεθούμε ποτέ και αν θα μπορούσα να στα επιστρέψω κι’ έτσι τα έκανα όλα προσφορές και τόσα χρόνια διάβαζα το όνομα σου! Ήταν νομίζω η καλλίτερη λύση για την ψυχή σου!!
Κοίταξε μια τον ιερέα ο παππούς, μια κάτω… μετά πάλι τον ιερέα και είπε:
- Αφού έκανες  έτσι, καλά έκανες! Ευχαριστώ… που σκέφτηκες την ψυχή μου!
Έτσι ο παππούς πάνω στην δύσκολη ώρα, βρήκε τον άνθρωπο που εμπιστεύτηκε το βιος του.. αλλά έμεινε πάλι στεγνός από χρήμα, μα… έσωσε όμως την …. ψυχή του! Ευεργέτης ψυχών… ο παππάς! Δεν τα ιδιοποιήθηκε!!! Δεν θα το έκανε άλλωστε… ποτέ! Έτσι από τότε ο πατέρας με όποια αφορμή θυμάται όλο κι’ λέει:
- Αυτός έκανε το καλύτερο που μπορούσε να κάνει για μένα! Έσωσε … για πάντα την ψυχή μου! Ας είναι καλά! Τι να του πω;
Έτσι έλεγε και χαμογελούσε προσθέτοντας:
- Τ’ ακούς εσύ; Τ’ ακούω εγώ σωστά; Σώθηκε πάντως … η ψυχή μου για πάντα!
Σε αυτό το σημείο αφού χαμογέλασε λίγο πικρά είπε:
- Και δε ντράπηκε… διόλου ο παππάς!
Ξαφνικά και ενώ είχα αρχίσει να γλαρώνω και ήμουν έτοιμος να παραδοθώ στον Μορφέα, η μάνα μου έκανε μια παράξενη ερώτηση σε μένα:
- Να σε ρωτήσω γιέ μου κάτι; Έχεις δει ποτέ θάλασσα ολάκερη να παίρνει φωτιά;
Μισοκοιμισμένος απάντησα:
- Νερό και να καίγεται; Δεν καταλαβαίνω! Πως γίνεται αυτό; Εξήγησε μου μαμά!
- Είχαμε δεν είχαμε καν χρόνο εκεί, όταν οι «κόκκινοι» έφτασαν κοντά στη πόλη, τότε κατεβήκαμε στο λιμάνι να φύγουμε, γιατί…. φοβόμασταν!! Θα άλλαζε το καθεστώς! Λέγανε, ότι αυτοί ήταν πολύ άγριοι αυτοί και όποιος έφερνε αντίρρηση τον καθάριζαν! Ο φόβος είναι ο καλύτερος σύμβουλος για φευγιό! Πριν καν να πάρουμε ανάσα… το ξαναβάλαμε στα πόδια! Λες και κάναμε… αγώνες δρόμου! Από χώρα σε χώρα και από τόπο σε τόπο! Ούτε… οι γύφτοι! Τότε… κατεβήκαμε στο λιμάνι! Εκεί πλοία… να δούνε τα μάτια σου! Πλοία διαφόρων κρατών! Άλλα Αγγλικά, άλλα Γαλλικά, άλλα Αμερικάνικα! Πλοία μεγάλα… τεράστια, μα… όλα ξύλινα! Και ξάφνου… λαμπάδιασε η θάλασσα! Τα καράβια ξύλινα και η φωτιά σιμά τους! Πανικός και φόβος! Φόβος κι’ αγωνία! Λαχτάρα μεγάλη! Πως θα φεύγαμε;
Δεν ήταν όμως και δυνατόν να μείνουμε άλλο εκεί! Άλλος τρόπος δεν υπήρχε!
- Μα πως έγινε μάνα αυτό; Το νερό δεν καίγεται ποτέ! Μάλιστα σβήνει τη φωτιά!
- Είχε πέσει πετρέλαιο στη θάλασσα κι’ αμέσως… λαμπάδιασε! Ευτυχώς ήταν πιο κει και κατάφεραν να τη σβήσουν σύντομα! Ο καθείς μας έμπαινε σε όποιο πλοίο ήθελε και πήγαινε όπου ήθελε! Σε όποια χώρα του άρεσε! Εμείς όμως, προτιμήσαμε την πατρίδα …. την Ελλάδα μας! Που αλλού θα πηγαίναμε άλλωστε; Ήταν δυνατόν να πάμε πουθενά αλλού από την πατρίδα; Θέλαμε να ζήσουμε ήσυχοι και λεύτεροι στην χώρα μας! Δίχως να φοβόμαστε! Έτσι βρίσκεσαι και συ εδώ μαζί μου!
Δεν πρόλαβα να αποσώσει τον λόγο της η μάνα και ο Μορφέας με είχε ήδη αρπάξει από την αγκαλιά της και με κρατούσε γερά μες τη δική του! Είχα ήδη αποκοιμηθεί γλυκά γλυκά στην αγκαλιά του!
Εγώ είχα χαθεί σχεδόν, ενώ στο βάθος σαν να άκουγα τη φωνή της μάνας να λέει:
- Έχεις δει ποτέ θάλασσα να καίγεται; Κι’ όμως… εγώ το είδα κι’ αυτό!
* * * *
ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ….ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ!

Συνέχεια… βασάνων!
Ήμασταν ο ένας πλάι στο άλλο, εγώ έτοιμος για ύπνο και η μητέρα βυθισμένη στις αναμνήσεις της! Αναμνήσεις… από την παιδική της ηλικία, που ενώ έπρεπε να παίζει και να χαίρεται σαν παιδί της ηλικίας της, μεταφερόταν πρόσφυγας από εδώ και κει δίχως παρόν και μέλλον! Την χάιδεψα απαλά στα μαλλιά και είπα γλυκά:
- Μητερούλα, σαν φτάσατε στην πατρίδα, δηλαδή Ελλάδα, ήρθατε στον Πειραιά, στην παράγκα που μένατε, πριν πάτε το διαμέρισμα του Αγίου Διονυσίου;
- Γλυκό μου παιδί, αυτό είναι μια μεγάλη ιστορία! Δεν μας φέρανε στον Πειραιά αλλά στην Ύδρα, εκεί βρήκαμε κατάλυμα στο πρώην αρχοντικό του Κουντουριώτη και μας στοίβαξαν τον ένα πλάι στον άλλο! Τόσες χιλιάδες άνθρωποι… σε ένα και μόνο σπίτι! Όσο μεγάλο να ‘ταν βρισκόμασταν όλοι στρωματσάδα ο ένας πλάι στον άλλο! Θυμάμαι… είχε κι’ όμορφη θέα από ‘κεί! Μεγάλο σπίτι κι’ όμορφο… αλλά τι να το κάμεις…. εμείς ταλαιπωριόμασταν αφάνταστα ! Εκεί αρρώστησε ο παππούς και κοντέψαμε ν’ αφανιστούμε! Δε μπόραγε να δουλέψει πια! Είχε πιαστεί!
- Γιομάτος περιέργεια άρχισα να ρωτώ!
- Μετά τι έγινε μητερούλα;
- Παρακαλέσαμε με δάκρυα την Παναγιά κι’ έγινε το θάμα! Με τα πολλά, αφού ήρθαν κι’ άλλοι, από άλλες «χαμένες πατρίδες», μας μετέφεραν στη Δραπετσώνα απέναντι από την εκκλησία της Ανάληψης! Τώρα δεν ήμασταν απλά «πρόσφυγες», αλλά εμείς ειδικά ονομαζόμασταν «αούτιδες», από μια παραφθορά της λέξης «εαυτός» στην διάλεκτο μας, που τους ξένιζε! Αυτή ήταν μια από τις… πιο «θερμές» εκδηλώσεις «αγάπης» των ντόπιων! Αυτών που δε μπόρεσαν ποτέ να νιώσουν τι σημαίνει ξεριζωμός! Ούτε το ‘νοιωσαν, ούτε θα το νιώσουν ποτέ!
Αυτά είπε και… στάθηκε λίγο για λίγο! Έπιασε και μια πολύ μικρή μπόρα για λίγο!
Μετά από λίγο η μητέρα άρχισε να μιλάει ξανά!
- Αγόρι μου καλό, την άκουσες την βροχή, αυτήν την μικρή και λίγη; Να ξέρες τι μου θύμισε! Τότε… όταν ήρθαμε στην Δραπετσώνα μέναμε σ’ αντίσκηνο! Μα… θέλαμε να φτιάξουμε σπίτι! Έτσι ορίσαμε ανήμερα του Αγίου Δημητρίου να γενεί! Το θυμάμαι σαν σήμερα! Βοήθησαν κι’ οι γείτονες να το τελειώσουμε σε μια μέρα! Που καιρός να περιμένουμε να στεγνώσουν οι πλίθες! Κόβαμε πλίθες και κτίζαμε! Έρχονταν βλέπεις Χειμώνας και κρύο… Το απόγιομα είχαμε τελειώσει! Στερεώσαμε και την σκεπή όπως - όπως και μπήκαμε μέσα όλοι χαρούμενοι, ότι θα είμαστε ζεστοί και ασφαλείς στο μέλλον! Το βράδυ όμως… πιάνει μια βροχή! Μα τι βροχή… ολάκερος κατακλυσμός! Μας τη φύλαγε ο Άγιος… γιατί δουλεύαμε την μέρα που γιόρταζε! Αλλά δε γίνονταν αλλιώς! Τόσο πολύ.. διαλύθηκαν οι τοίχοι και βρεθήκαμε στα νερά! Νερά… λίμνη ολάκερη, σου λέω! Σκεπαστήκαμε στεγνοί να κοιμηθούμε και ξυπνήσαμε ενώ τα σκεπάσματα επέπλεαν στο νερό! Όλα μες το νερό! Τις επόμενες μέρες το κτίσαμε πιο προσεκτικά! Ο καιρός ήταν πια καλός!
- Γιατί μαμά έγινε αυτό; Ρώτησα ανυπόμονος να το μάθω!
- Γιατί οι πλίθες ήταν από χώμα και δε πρόλαβαν να στεγνώσουν! Έτσι διαλύθηκαν αμέσως! Δυο μέρες ν’ αργούσε να βρέξει, κι’ όλα θα ‘ταν ένταξη! Δε βαριέσαι … ας είναι καλά ο Άγιος! Μας τιμώρησε βέβαια,… αλλά ήταν και τα πρωτοβρόχια.. τότε!
Δε λέω! Με αγκάλιασε μετά τρυφερά και άρχισε να με νανουρίζει γλυκά – γλυκά, καθώς έλεγε:
- Ήταν μια μπόρα, μα τι μπόρα… νερό να δεις! Άνοιξαν… με μιας οι ουρανοί!
Μετά σιγά όμως άλλαξαν τα πράγματα!
* * * *
ΒΡΗΚΕ ΤΕΛΙΚΑ … Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΤΗΝ… ΙΘΑΚΗ ΤΟΥ;

Η ιστορία της προσφυγιάς έχει τέρμα εδώ…
μα… όσο ζεις δεν έχει ένα τέλος… η ζωή!


Ήμασταν ο ένας πλάι στο άλλο, για λίγη ώρα αφημένοι στις σκέψεις μας! Ξάφνου μια ερώτηση ήρθε στο μυαλό μου και την έκανα:
- Πες μου μαμά αν θες, μετά που φτιάξατε την παράγκα, τι έγινε;
- Καλό μου παιδί, μετά ο παππούς σου άρχισε να ασχολείται με την μαναβική! Σιγά – σιγά βρήκε ένα γαϊδουράκι το Μάρκο και ένα κάρο για εμπορεύματα και έκανε τον πλανόδιο πωλητή! Τότε ήταν πολλοί σαν και δαύτον! Εγώ είχα μεγαλώσει και βοήθαγα και στο μαγαζί! Δεν πήγα πολλές τάξεις σχολείο! Δύο τρεις μόνο κι’ αυτές στο δημοτικό! Τότε… άλλωστε τα κορίτσια δεν πήγαιναν παραπάνω στο σχολείο κι’ ακόμα και η γιαγιά σου ήταν τελείως αγράμματη, όπως και πολλοί άλλοι!!
- Μα η θεία μου ξέρει πολλά – πολλά γράμματα!
- Η θεία σου! Α… αυτή είναι άλλο πράγμα! Ήταν πολύ μικρότερη μου τότε! Αλλά πολύ ζωηρή, καθώς και έξυπνη! Που την χάναμε, που την βρίσκαμε, έτρεχε στις άλλες γειτονιές! Έτρεχε κι’ έπαιζε, αλλά και διάβαζε! Ήταν και πολύ θαρραλέα! Ήταν μέσα σ’ όλα! Ήταν και καλή μαθήτρια! Ίσαμε και την πρώτη τάξη στο Πανεπιστημίου πήγε τότε! Σταμάτησε όμως τότε… γιατί ήθελε να βγάνει δικιά της λεφτά! Δεν έβρισκε νόημα στο να τελειώσει το σχολείο! Ήταν η μορφωμένη μας! Καμαρώναμε γι’ αυτή! Βρήκε δουλειά και μάλιστα καλή! Οι απόφοιτοι γυμνασίου τότε ήταν περιζήτητοι σε Υπουργεία… απλά εγγράμματοι! Έτσι βρήκε δουλειά αμέσως!
- Πες μου για σένα μητέρα!
- Να σου πω! Δεν έμεινα πολύ καιρό στην μαναβική! Βρήκα ένα παράρτημα κοπτικής ραπτικής του Παρισιού στον Πειραιά κι’ έμαθα επίσημα μοδίστρα! Να και το δίπλωμα μου! Είχε τότε μια έξυπνη ιδέα η θεία σου και πάλι! Ανέβηκε στο σχετικό Υπουργείο και πήρε άδεια ιδρύσεως τεχνικής σχολής! Έτσι κάναμε επίσημα εγγραφές σπουδαστριών και κρατούσαμε βιβλία, επίσης… δίναμε και επίσημη άδεια μοδίστρας τότε με δίπλωμα! Για την εγγραφή πλήρωναν όλες! Επίσημα και νόμιμα όλα τότε! Έβαλα και τη θεία σου στον τίτλο τότε «Αδελφαί Ιωσηφίδου» και καθώς μαζεύτηκαν πολλές μαθήτριες, ήμασταν πλέον οικονομικά άνετα! Την σχολή την είχαμε απέναντι στο Άγιο Διονύση, εδώ που μένουμε τώρα! Ορίστε και τα βιβλία εγγραφής και πληρωμών! Είμαστε οικονομικά ανεξάρτητοι και άνετοι!
Είχαμε βρει τον δρόμο μας πλέον! Προσαρμοστήκαμε για τα καλά με τη νέα μας κατάσταση! Όλα πήγαιναν μια χαρά και ο καιρός περνούσε ευχάριστα κι όμορφα!
- Καλή μου μαμά, ξέρω πως ήσουν πολύ όμορφη και σε ζήταγαν πολλοί! Έχω δει και φωτογραφίες σου, ίδια… ηθοποιός ήσουνα! Πως και αποφάσισες να πάρεις το μπαμπά; Καλός και άξιος άνθρωπος, μα… κάνει ένα μόνο μεροκάματο!
- Αγαπημένο μου παιδί, ο καιρός πέρναγε και μας πρόλαβε ο πόλεμος, η κατοχή, η πείνα έτσι έκλεισε αναγκαστικά κι’ η σχολή, έτσι κι εγώ αποφάσισα με τα πολλά να βρω ένα σωστό και τίμιο άνθρωπο και έτσι… να ‘μαστε τώρα και οι τρεις μας εδώ ευτυχισμένοι! Παντρευτήκαμε και οι δυο αδελφές μέσα σε αυτό το σπίτι, ακριβώς την ίδια μέρα! Δε…. λέω στην κατοχή τον πρώτο χρόνο πέθαναν χιλιάδες από μας από την πείνα… και εγώ με τον παππού σου βρεθήκαμε αναγκαστικά στην Θεσσαλονίκη, όπως σου έχω ξαναπεί πολλές φορές! Δούλευα τότε σε συγγενείς και πατριώτες μοδίστρα και έτσι ζούσαμε…. για λίγο καιρό κράτησε αυτό! Έτσι πέρασαν τα χρόνια που ήταν χρόνια δύσκολα, μα… κι’ ευτυχισμένα! Φορές είχαμε χρήματα… φορές όχι, μα…. η αγάπη και η χαρά δεν έλειπαν ποτέ από το σπίτι μας!
* * * *

ΑΠΛΑ… ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΓΙΑΤΙ!

Στάλες αίμα για… τον ξεριζωμό!

Άρχισα να γράφω τα δραματικά γεγονότα, από αυτά που μου έλεγε και ξανάλεγε πριν με νανουρίσει η μάνα μου! Ίσως για να αλαφρώσω την καρδιά μου, που δεν μπόρεσα να της βρω ένα… «δημοσιογράφο» τότε, για να δει ολοκληρωμένες η δόλια τις μνήμες που φίλαγε μέσα της, γραμμένες σε ένα χαρτί! Είναι αυτό που κάνω, ίδιο μνημόσυνο στην ψυχή της, που αν βλέπει από ψηλά και ακούει, θα την κάνει να χαμογελά… έστω για αυτή… την ατελή και αδόκιμη μου προσπάθεια!
Όμως… σαν έγραψα τις πρώτες αράδες στο χαρτί… στάλες χοντρές αίμα… αίμα που ανέβλυσε από την καρδιά! Όλες αυτές οι αναμνήσεις των γεγονότων που μου ιστορήθηκαν, κάποτε… ήταν δραματικά γεγονότα και διαβαίνουν από μπρος μου ίδια ταινία ντοκιμαντέρ! Κρατήθηκαν χρόνια και χρόνια μέσα μου ζωντανές… στη ίδια μου τη μνήμη, και επεξεργάστηκαν στο μυαλό… και να τώρα που θεριεύουν εμπρός μου! Χοντρές ρανίδες αίμα… γιομάτες πόνο και πίκρα… να βγαίνουν από την ψυχή αδιάκοπα! Γιομάτες πίκρα για έναν πληθυσμό που άδικα ξεριζώθηκε, πίκρα για αυτούς που πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς άδικα! Που… όπως τότε πίστευαν… για προσωρινά… αλλά δυστυχώς, ήταν… μια για πάντα όπως… τελικά απεδείχθη!
Δεν ξεριζώθηκαν απλώς… γίνανε ανταλλάξιμοι με τις υπογραφές των μεγάλων! Τους αφήρεσαν κάθε τρόπο επιστροφής, έστω… και σαν απλούς τουρίστες! Δεν στάθηκε ο πόνος για την ράτσα μου μόνο και στο τι υπέφερε αυτή μόνο, αλλά αγκαλιάζει όλους αυτούς τους δύστυχους, που με μια ταμπέλα «πρόσφυγες», σαν έναν τίτλο παρανομίας, προσπαθούσαν να βρουν κάπου αποκούμπι, δίχως καν να ξέρουν το που και πως, μα αυτό είναι… μια άλλη ιστορία! Όλους αυτούς που έφευγαν… να γλυτώσουν από τον θάνατο! Με παντιέρα τους η ελπίδα και το ταξίδι τους κυριολεκτικά στο άγνωστο… μόνο και μόνο να γλυτώσουν την ζωή τους και των δικών τους, που όπως πάντα, σαν άμαχοι είναι εύκολα θύματα διενέξεων μεταξύ αντιμαχομένων! Αυτοί δεν φταίξανε σε τίποτα ! Όμως πληρώσανε των άλλων, όλα τα σπασμένα… δίχως ένα λόγο! Οι πιότεροι σίγουρα ήταν… και η στερνή φορά που είδαν τον τόπο τους και το σπίτι τους και αρκετοί, ακόμη… και πολλούς από τους δικούς τους! Βίαιος εξανδραποδισμός δίχως αίτια και λόγο!
Θα μου πείτε γιατί μιλάω με τόσο πάθος; Δεν είδα… παρά μόνο άκουσα ιστορίες, γιατί είμαι… απλά της δεύτερης γενιάς ξεριζωμένος! Αλλά σε μένα…. δεν ξέρω γιατί, χαράχτηκαν βαθειά μέσα μου η πίκρα και ο πόνος, όλων αυτών των ανθρώπων και
 είναι ακόμα τόσο… ζωντανά τα γεγονότα μέσα μου, σαν να τα έχω ζήσει! Απλά μεταλαμπαδεύτηκε η μνήμη της προσφυγιάς σε μένα! Μόνο αν θα πάψω να υπάρχω, τότε θα σβηστούν για πάντα από την μνήμη μου! Ο καιρός περνά διαβαίνει… όμως αυτός ο πόνος δεν σβήνει ποτέ από την ψυχή! Μόνο όσοι ονομάζονται «πρόσφυγες»… μόνο αυτοί έχουν νιώσει… ένα τέτοιον πόνο και… τον καταλαβαίνουν!
Θα πεις… άλλοι και άλλοι έπαθαν χειρότερες καταστροφές, με σεισμούς και στον εμφύλιο με εκτελέσεις και κάψιμο σπιτιών… δίχως να φταίνε διόλου! Και άλλους τους κάψανε το σπίτι και τους έσυραν στην ξενιτιά, δίχως να το θέλουν! Αυτοί όμως σαν ήθελαν, μετά καιρό γύρισαν πίσω στο τόπο τους! Και οι πιότεροι ξαναγύρισαν πίσω! Γι’ αυτούς τους πρόσφυγες όμως αυτούς, ο δρόμος της επιστροφής κλείστηκε.. μια για πάντα! Δίχως να τους ρωτήσουν καν αν το θέλουν! Μεγάλος ο πόνος, η πίκρα και ο καημός, για αυτό το αναγκαστικό… ξερίζωμα! Ξερίζωμα δίχως λόγο και αιτία! Να σου κάψουν το σπίτι έστω μια και δυο, καθώς έστω και τρεις φορές είναι ενόχληση και φασαρία, κόπος και ταλαιπωρία, μα… θα το φτιάξεις ξανά όποτε μπορέσεις! Και θα είσαι πάντα στον ίδιο τόπο! Με τους δικούς σου! Αλλά το να μην ξαναδείς ποτέ τα μέρη, που αγάπησες και ζυμώθηκες με αυτά,…. είναι ένας αβάσταγος πόνος! Ίσως ο πόνος σβήνει με τον καιρό, αλλά η πληγή μένει πάντα και είναι πολύ βαθειά! Γίνεται σκέτη αγιάτρευτη νοσταλγία που δεν έχει τέλος πια!
Το ξερίζωμα είναι μια απερίγραπτη κατάσταση… δίχως αρχή και τέλος! Κάποτε…προσπαθώντας να γλυκάνω λίγο τον αφόρητο μου πόνο, έγραψα το «μεγάλο γιατί»!
Ένα γιατί ανθρώπινο δίχως καμιάν απάντηση! Δεν είναι μόνο η ξενιτιά, είναι που οι μεγάλοι μας έκοψαν τελείως την ελπίδα κάποιας επιστροφής, με την υπογραφή της συνθήκης περί «ανταλλαξίμων»! Από την ανθρώπινη ιδιότητα τους, αυτούς τους μετέβαλαν αυτόματα, στην κατάσταση ενός απροσδιορίστου αντικειμένου! Τόσοι με τόσους, για ανταλλαγή! Ίδια… πρόβατα! Δίχως να ρωτηθούν τόσοι πολλοί άνθρωποι έστω και… για τους τύπους και μόνο! Πάλι… φρόντισαν οι άλλοι γι’ αυτούς, δίχως.. αυτούς! Ένα γιατί αφόρητο που… όλους εμάς πάντα μας βασανίζει! Σίγουρα.. δεν υπάρχει μια απάντηση σε αυτό το γιατί! Έγινε για συμφέροντα άλλων! Έγινε από λάθη άλλων… και πληρώσανε αυτοί και μόνον οι «πρόσφυγες»! Κανένας άλλος!
Μετά θα μου πείτε, ήταν άραγε… πιο καλά το πράγματα; Όχι καθόλου, αλλά… γίνηκε ακριβώς… μια από τα ίδια! Ίσως και χειρότερα! Δικτατορίες, πόλεμος, κατοχή, πείνα και… τι πείνα, εμφύλιος σπαραγμός, μα… είχε αλλάξει κάτι… κάτι όπως το αισθανόταν αυτοί μόνο! Υπέφεραν το ίδιο με τους άλλους πατριώτες τους…με τους άλλους ‘Έλληνες δηλαδή! Αυτό απάλυνε τα καινούργια βάσανα που τους βρήκαν! Δεν ήταν ξένοι σε ξένο τόπο, ανάμεσα σε εχθρικές ή αδιάφορες φυλές!!
Ήταν Έλληνες ανάμεσα σε Έλληνες! Έτσι αισθάνονταν όλοι αυτοί! Και έτσι είναι γι’ αυτούς και μόνο!
Και η ζωή συνεχίζεται, ίδιο κολύμπι στη θάλασσα της ζήσης! Μα τότε… είχε μεγάλη φουρτούνα, τρανή αναταραχή… Που να το φανταζόσουν… όταν άρχισε το κακό! Να μην συμβεί ποτέ πια σε κανέναν άνθρωπο! Και δεν υπήρξε κανείς… μα κανείς να τους νοιαστεί! Ήταν τελείως μόνοι και αφημένοι στην τύχη τους! Θα μου πεις… και τι με αυτό; Δεν επέζησαν… όσοι επέζησαν; Και επέζησαν καθώς οι πιότεροι προσαρμόστηκαν, και κάνανε οικογένειες… γιατί η ζωή… πάντα θα συνεχίζεται! Ή προσαρμόζεσαι η φεύγεις! Δεν υπάρχει άλλη λύση ποτέ! Τι όμως να πεις; Έτσι είναι η ζωή πάντα! Ρόδα είναι η ζωή και γυρίζει! Άλλους ανεβάζει κι’ άλλους κατεβάζει!

* * * *
ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΓΙΑΤΙ!

Γιατί
η ελπίδα πνίγηκε στο αίμα
τα όνειρα γενήκανε ψέμα;
Ενώ
ζούσαμε ήσυχα με ειρήνη
μας φέρανε στου αφανισμού τη δίνη!
Γιατί
εμείς που δώσαμε σ’ αυτούς ανέσπερο φως
σκοτείνιασαν τη ζήση μας σαφώς;
Ενώ
όλες οι φυλές άνετα συνυπήρχαμε
για μια υπόσχεση την ησυχία αφήσαμε!
Γιατί
οι άλλοι που ελευθερία, ένωση μας υποσχεθήκανε
έλεος ποτέ για μας δεν είχανε;
Ενώ
εμείς τους δώσαμε τον πολιτισμό
αυτοί μας οδήγησαν στον αφανισμό!
Γιατί
τον βιος μας με βία πήρανε
και άσπλαχνα μας εξανδραποδίσανε;
Ενώ
είμαστε πολίτες νομοταγείς
βρεθήκαμε όλοι ασκεπείς!
Γιατί
μας οδήγησαν με τόσο τρόμο
στης εξορίας μας τον δρόμο;
Ενώ
οι φταίχτες δεν τιμωρηθήκανε
οι έντιμοι αφανιστήκανε!
Γιατί
πληρώσαμε για έγκλημα
ενώ δεν κάναμε μήτε πλημμέλημα;
Ενώ
άλλοι φούντωσαν τον ρατσισμό
πληρώσαμε μ’ αφανισμό!
Γιατί
οι πολιτικοί σαν άνθρωποι
είναι όλοι τους απάνθρωποι;
Ενώ
χάθηκαν τόσες και τόσες ψυχές…
Μα… εσύ δεν έχεις τίποτα πια να λες!

Μνήμη θυσίας στο όνειρο

των φρούδων χαμένων ελπίδων!


«ΕΥΔΑΙΜΩΝ ΣΥΡΙΑΝΟΣ»

ΖΑΡΑΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ , 2015


Τραπεζούντα













Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου