Τετάρτη 25 Ιουνίου 2014

ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ - ΕΙΣ ΔΙΑ

Giovanni Battista Tiepolo Danae und Zeus


ΕΙΣ ΔΙΑ

Ζηνὸς ἔοι τί κεν ἄλλο παρὰ σπονδῇσιν ἀείδειν
λώϊον ἢ θεὸν αὐτόν, ἀεὶ μέγαν, αἰὲν ἄνακτα,
Πηλαγόνων ἐλατῆρα, δικασπόλον Οὐρανίδῃσι;
πῶς καί νιν, Δικταῖον ἀείσομεν ἠὲ Λυκαῖον; 5
ἐν δοιῇ μάλα θυμός, ἐπεὶ γένος ἀμφήριστον.
Ζεῦ, σὲ μὲν Ἰδαίοισιν ἐν οὔρεσί φασι γενέσθαι,
Ζεῦ, σὲ δ᾽ ἐν Ἀρκαδίῃ· πότεροι, πάτερ, ἐψεύσαντο;
Κρῆτες ἀεὶ ψεῦσται· καὶ γὰρ τάφον, ὦ ἄνα, σεῖο
Κρῆτες ἐτεκτήναντο· σὺ δ᾽ οὐ θάνες, ἐσσὶ γὰρ αἰεί. 10
ἐν δέ σε Παρρασίῃ Ῥείη τέκεν, ἧχι μάλιστα
ἔσκεν ὄρος θάμνοισι περισκεπές· ἔνθεν ὁ χῶρος
ἱερός, οὐδέ τί μιν κεχρημένον Εἰλειθυίης
ἑρπετὸν οὐδὲ γυνὴ ἐπιμίσγεται, ἀλλά ἑ Ῥείης
ὠγύγιον καλέουσι λεχώϊον Ἀπιδανῆες. 15
ἔνθα σ᾽ ἐπεὶ μήτηρ μεγάλων ἀπεθήκατο κόλπων,
αὐτίκα δίζητο ῥόον ὕδατος, ᾧ κε τόκοιο
λύματα χυτλώσαιτο, τεὸν δ᾽ ἐνὶ χρῶτα λοέσσαι.
Λάδων ἀλλ᾽ οὔπω μέγας ἔρρεεν οὐδ᾽ Ἐρύμανθος,
λευκότατος ποταμῶν, ἔτι δ᾽ ἄβροχος ἦεν ἅπασα 20
Ἀρκαδίη· μέλλεν δὲ μάλ᾽ εὔυδρος καλέεσθαι
αὖτις· ἐπεὶ τημόσδε, Ῥέη ὅτ᾽ ἐλύσατο μίτρην,
ἦ πολλὰς ἐφύπερθε σαρωνίδας ὑγρὸς Ἰάων
ἤειρεν, πολλὰς δὲ Μέλας ὤκχησεν ἁμάξας,
πολλὰ δὲ Καρίωνος ἄνω διεροῦ περ ἐόντος 25
ἰλυοὺς ἐβάλοντο κινώπετα, νίσσετο δ᾽ ἀνήρ
πεζὸς ὑπὲρ Κρᾶθίν τε πολύστιόν τε Μετώπην
διψαλέος· τὸ δὲ πολλὸν ὕδωρ ὑπὸ ποσσὶν ἔκειτο.
καί ῥ᾽ ὑπ᾽ ἀμηχανίης σχομένη φάτο πότνια Ῥείη·
«Γαῖα φίλη, τέκε καὶ σύ· τεαὶ δ᾽ ὠδῖνες ἐλαφραί.» 30
εἶπε καὶ ἀντανύσασα θεὴ μέγαν ὑψόθι πῆχυν
πλῆξεν ὄρος σκήπτρῳ· τὸ δέ οἱ δίχα πουλὺ διέστη,
ἐκ δ᾽ ἔχεεν μέγα χεῦμα· τόθι χρόα φαιδρύνασα,
ὦνα, τεὸν σπείρωσε, Νέδῃ δέ σε δῶκε κομίζειν
κευθμὸν ἔσω Κρηταῖον, ἵνα κρύφα παιδεύοιο, 35
πρεσβυτάτῃ Νυμφέων, αἵ μιν τότε μαιώσαντο,
πρωτίστη γενεὴ μετά γε Στύγα τε Φιλύρην τε.
οὐδ᾽ ἁλίην ἀπέτεισε θεὴ χάριν, ἀλλὰ τὸ χεῦμα
κεῖνο Νέδην ὀνόμηνε· τὸ μέν ποθι πολὺ κατ᾽ αὐτό
Καυκώνων πτολίεθρον, ὃ Λέπρειον πεφάτισται, 40
συμφέρεται Νηρῆι, παλαιότατον δέ μιν ὕδωρ
υἱωνοὶ πίνουσι Λυκαονίης ἄρκτοιο.
εὖτε Θενὰς ἀπέλειπεν ἐπὶ Κνωσοῖο φέρουσα,
Ζεῦ πάτερ, ἡ Νύμφη σε —Θεναὶ δ᾽ ἔσαν ἐγγύθι Κνωσοῦ—
τουτάκι τοι πέσε, δαῖμον, ἄπ᾽ ὀμφαλός· ἔνθεν ἐκεῖνο 45
Ὀμφάλιον μετέπειτα πέδον καλέουσι Κύδωνες.
Ζεῦ, σὲ δὲ Κυρβάντων ἑτάραι προσεπηχύναντο
Δικταῖαι Μελίαι, σὲ δ᾽ ἐκοίμισεν Ἀδρήστεια
λίκνῳ ἐνὶ χρυσέῳ, σὺ δ᾽ ἐθήσαο πίονα μαζόν
αἰγὸς Ἀμαλθείης, ἐπὶ δὲ γλυκὺ κηρίον ἔβρως· 50
γέντο γὰρ ἐξαπιναῖα Πανακρίδος ἔργα μελίσσης
Ἰδαίοις ἐν ὄρεσσι, τά τε κλείουσι Πάνακρα.
οὖλα δὲ Κούρητές σε περὶ πρύλιν ὠρχήσαντο
τεύχεα πεπλήγοντες, ἵνα Κρόνος οὔασιν ἠχήν
ἀσπίδος εἰσαΐοι καὶ μή σεο κουρίζοντος.  55
καλὰ μὲν ἠέξευ, καλὰ δ᾽ ἔτραφες, οὐράνιε Ζεῦ,
ὀξὺ δ᾽ ἀνήβησας, ταχινοὶ δέ τοι ἦλθον ἴουλοι.
ἀλλ᾽ ἔτι παιδνὸς ἐὼν ἐφράσσαο πάντα τέλεια·
τῷ τοι καὶ γνωτοὶ προτερηγενέες περ ἐόντες
Οὐρανὸν οὐκ ἐμέγηραν ἔχειν ἐπιδαίσιον οἶκον. 60 
δηναιοὶ δ᾽ οὐ πάμπαν ἀληθέες ἦσαν ἀοιδοί.
φάντο πάλον Κρονίδῃσι διάτριχα δώματα νεῖμαι·
τίς δέ κ᾽ ἐπ᾽ Οὐλύμπῳ τε καὶ Ἄϊδι κλῆρον ἐρύσσαι,
ὃς μάλα μὴ νενίηλος; ἐπ᾽ ἰσαίῃ γὰρ ἔοικε
πήλασθαι· τὰ δὲ τόσσον ὅσον διὰ πλεῖστον ἔχουσι. 65
ψευδοίμην, ἀίοντος ἅ κεν πεπίθοιεν ἀκουήν.
οὔ σε θεῶν ἐσσῆνα πάλοι θέσαν, ἔργα δὲ χειρῶν,
σή τε βίη τό τε κάρτος, ὃ καὶ πέλας εἵσαο δίφρου.
θήκαο δ᾽ οἰωνῶν μέγ᾽ ὑπείροχον ἀγγελιώτην
σῶν τεράων· ἅ τ᾽ ἐμοῖσι φίλοις ἐνδέξια φαίνοις. 70
εἵλεο δ᾽ αἰζηῶν ὅ τι φέρτατον· οὐ σύ γε νηῶν
ἐμπεράμους, οὐκ ἄνδρα σακέσπαλον, οὐ μὲν ἀοιδόν·
ἀλλὰ τὰ μὲν μακάρεσσιν ὀλίζοσιν αὖθι παρῆκας
ἄλλα μέλειν ἑτέροισι, σὺ δ᾽ ἐξέλεο πτολιάρχους
αὐτούς, ὧν ὑπὸ χεῖρα γεωμόρος, ὧν ἴδρις αἰχμῆς, 75
ὧν ἐρέτης, ὧν πάντα· τί δ᾽ οὐ κρατέοντος ὑπ᾽ ἰσχύν;
αὐτίκα χαλκῆας μὲν ὑδείομεν Ἡφαίστοιο,
τευχηστὰς δ᾽ Ἄρηος, ἐπακτῆρας δὲ Χιτώνης
Ἀρτέμιδος, Φοίβου δὲ λύρης εὖ εἰδότας οἴμους·
ἐκ δὲ Διὸς βασιλῆες, ἐπεὶ Διὸς οὐδὲν ἀνάκτων 80
θειότερον· τῷ καί σφε τεὴν ἐκρίναο λάξιν.
δῶκας δὲ πτολίεθρα φυλασσέμεν, ἵζεο δ᾽ αὐτός
ἄκρῃσ᾽ ἐν πολίεσσιν, ἐπόψιος οἵ τε δίκῃσι
λαὸν ὑπὸ σκολιῇσ᾽ οἵ τ᾽ ἔμπαλιν ἰθύνουσιν·
ἐν δὲ ῥυηφενίην ἔβαλές σφισιν, ἐν δ᾽ ἅλις ὄλβον, 85
πᾶσι μέν, οὐ μάλα δ᾽ ἶσον· ἔοικε δὲ τεκμήρασθαι
ἡμετέρῳ μεδέοντι· περιπρὸ γὰρ εὐρὺ βέβηκεν.
ἑσπέριος κεῖνός γε τελεῖ τά κεν ἦρι νοήσῃ,
ἑσπέριος τὰ μέγιστα, τὰ μείονα δ᾽ εὖτε νοήσῃ·
οἱ δὲ τὰ μὲν πλειῶνι, τὰ δ᾽ οὐχ ἑνί, τῶν δ᾽ ἀπὸ πάμπαν 90
αὐτὸς ἄνην ἐκόλουσας, ἐνέκλασσας δὲ μενοινήν.
χαῖρε μέγα, Κρονίδη πανυπέρτατε, δῶτορ ἐάων,
δῶτορ ἀπημονίης· τεὰ δ᾽ ἔργματα τίς κεν ἀείδοι;
οὐ γένετ᾽, οὐκ ἔσται· τίς κεν Διὸς ἔργματ᾽ ἀείσει;
χαῖρε, πάτερ, χαῖρ᾽ αὖθι· δίδου δ᾽ ἀρετήν τ᾽ ἄφενός τε· 95
οὔτ᾽ ἀρετῆς ἄτερ ὄλβος ἐπίσταται ἄνδρας ἀέξειν,
οὔτ᾽ ἀρετὴ ἀφένοιο· δίδου δ᾽ ἀρετήν τε καὶ ὄλβον.

Ubaldo Gandolfi  - Zeus with Cybele Expelling Chronos





ΣΤΟ ΔΙΑ

Στις σπονδές στο Δία τί θα ᾽τανε καλύτερο κανείς να τραγουδήσει
παρά τον πάντα μέγα αυτό θεό και βασιλιά παντοτινό,
των γιων της Γης το διώχτη και δικαστή των τέκνων τ᾽ Ουρανού;
Και πώς θα τον υμνήσουμε; Δικταίον ή Λυκαίο; 5
Διχάζεται η ψυχή μου που ᾽ναι αμφιλεγόμενα όσα για τη γενιά του διηγούνται.
Δία, στης Ίδης λένε πως γεννήθηκες τα όρη,
κι άλλοι στην Αρκαδία· ψέματα απ᾽ τους δυο ποιοί είπανε, πατέρα;
Οι Κρήτες πάντα ψεύτες. Άνακτα, για σένανε και τάφο
οι Κρήτες εμαστόρεψαν. Μα εσύ όμως δεν πέθανες, αφού για πάντα υπάρχεις. 10
Στην Παρρασία σε γέννησεν η Ρέα, εκεί που ήτανε πολύ
θαμνόσκεπο το όρος. Και γι᾽ αυτό εκεί ο χώρος
είναι ιερός. Κι ούτε κανένα που να έχει την ανάγκη της Ειλείθυιας
ζωντανό, κι ούτε γυναίκα τον σιμώνει, αλλά τόπο λεχωνιάς της Ρέας
από παλιά τον ονομάζουν οι Απιδανήες. 15
Αφού η μητέρα σου σ᾽ απίθωσεν εκεί απ᾽ τον μεγάλο κόλπο της,
αμέσως πάσχισε να βρει τρεχούμενο νερό, της λεχωνιάς
τους ρύπους να ξεπλύνει, και το δέρμα σου μ᾽ αυτό να λούσει.
Μα τότε ο Λάδωνας δεν έτρεχε μεγάλος, ούτε κι ο Ερύμανθος
ο πιο καθάριος απ᾽ τους ποταμούς, κι άβροχη ήταν όλη ακόμα  20
η Αρκαδία που έμελλε να την ειπούν πολύνερη.
Στον τόπο αυτό όταν έλυσε τη ζώνη της η Ρέα
πολλές βαλανιδιές υψώνονταν πάνω από εκεί που κύλαγε ο πολύνερος Ιάων
κι άμαξες αραδίζανε εκεί που τρέχει ο Μέλας
κι είχαν φωλιάσει στου Καρίωνα τις όχθες  25
ζώα πολλά, και διάβαινε κανείς
πεζός, από τον Κράθη πάνω και τον πολυχάλικο Μετώπη,
διψασμένος, ενώ κάτω από τα πόδια του πολύ νερό βρισκόταν.
Και είπε τότε η σεβαστή Ρέα μ᾽ αμηχανία:
«Καλή μου Γη, κι εσύ έχεις γεννήσει, μα οι ωδίνες σου ελαφρές».  30
Είπε, και το μεγάλο χέρι της τεντώνοντας ψηλά η θεά,
το όρος με το σκήπτρο χτύπησε, κι εκείνο τότες άνοιξε πολύ
και μέγα ρεύμα χύθηκε. Κι αφού σου δρόσισε το δέρμα, βασιλιά,
σε φάσκιωσε και σ᾽ έδωσε στη Νέδη να σε πάει
στης Κρήτης τη σπηλιάν, εκεί κρυφά να μεγαλώσεις,  35
κοντά στην πιο σεβάσμια απ᾽ τις νύμφες, που ᾽καναν τότε τη μαμή,
και πρώτη στη γενιά της, ύστερ᾽ απ᾽ τη Στύγα κι από τη Φιλύρα.
Ούτε άφησεν απλήρωτη η θεά τη χάρη εκείνη, και το ρεύμα
εκείνο Νέδη ονόμασε. Και ξέχειλο
στην πόλη των Καυκώνων που ονομάζουν Λέπρεο  40
με το ρεύμα του Νηρέα απαντιέται, κι είναι το παλαιότατο απ᾽ τα νερά
που πίνουν οι απόγονοι της Λυκαόνιας άρκτου.
Σαν βγήκεν από τις Θενές πηγαίνοντάς σε στην Κνωσό,
Δία πατέρα, η Νύμφη (οι Θενές κοντά ᾽ναι στην Κνωσό),
ο αφαλός σου έπεσεν εκεί, Θεέ, και έτσι εκείνο  45
Ομφάλιο πεδίο αργότερα ονόμασαν οι Κύδωνες.
Κι ω Δία, οι συντρόφισσες, σε πήρανε στα χέρια, των Κορύβαντων,
της Δίκτης οι Μελίες και σε κοίμισε η Αδράστεια
σε λίκνο χρυσό και θήλασες τον πολυγάλακτο μαστό
της γίδας της Αμάλθειας κι έφαγες τη γλυκιά κηρήθρα,  50
που η Πανακρίδα μέλισσα γοργά την είχε δέσει
πάνω στη Ίδης τα βουνά που Πάνακρα τα λένε.
Και χόρεψαν τριγύρω σου τον πρύλιν οι Κουρήτες
καθώς βαρούσαν τ᾽ άρματα, ώστε ν᾽ ακούει ο Κρόνος
ήχον ασπίδων μοναχά κι όχι το παιδικό σου κλάμα.  55
Έτσι καλά μεγάλωσες, ουράνιε Δία, κι ετράφης
κι έφηβος ξάφνου γίνηκες και γρήγορα σου βγήκε χνούδι.
Και στην εντέλεια, ας ήσουνα παιδί, όλα τα συλλογιόσουν,
γι᾽ αυτό, κι ας ήταν μεγαλύτερα τ᾽ αδέρφια σου
δεν αρνηθήκαν σπίτι σου να ᾽χεις κι εσύ τον ουρανό, μερίδα σου απ᾽ τη μοίρα.  60
Μα οι Δαναοί τραγουδιστές δε λέγαν πάντα αλήθεια,
πως τάχα τα παιδιά του Κρόνου μοίρασαν την εξουσία στα τρία με λαχνό.
Μα ποιός τον κλήρο ανάμεσα σε Όλυμπο και Άδη θα τραβούσε
και δε θα ᾽ταν ανόητος, αφού στον κλήρο μπαίνουνε ίσοι λαχνοί;
Όμως εδώ, τί διαφορά μεγάλη στους λαχνούς ανάμεσα!…  65
Θα ᾽τανε ψέμα αν έλεγα πως έπειθαν όσους τους άκουγαν.
Μα εσένα δε σε βάλανε των Ουρανίων βασιλιά με κλήρο, έγινες με τα έργα των χεριών σου.
Η Βία και η Δύναμη σου παραστάθηκαν, γι᾽ αυτό τις τίμησες στο θρόνο σου κοντά.
Κι όρισες το πιο ωραίο απ᾽ τα πετούμενα αγγελιοφόρο
των σημαδιών σου, που στους φίλους μου δεξιά να τους τα φέρνεις.   70
Κι απ᾽ τους θνητούς, τους πιο καλούς ξεχώρισες, κι ούτε των πλοίων
πήρες τους έμπειρους, ούτε άντρα πολεμάρχο, κι ούτε τραγουδιστή.
Όλους αυτούς σε πιο μικρούς τους άφησες θεούς
να τους υπηρετούν, ενώ εσύ διάλεξες άρχοντες πόλεων
που ελέγχουν αγροτιά και μαχητές και κουπολάτες κι όλους.   75
Και τί δεν είναι κάτω από τη δύναμη όποιου κυβερνά.
Ανθρώπους του Ηφαίστου λένε τους χαλκιάδες,
τους μαχητές, του Άρη, ενώ τους κυνηγούς πως είναι της Χιτώνης
Αρτέμιδας· του Φοίβου όσοι ξέρουνε καλά να παίζουν με τη λύρα ύμνους.
Όμως από το Δία ορίζονται οι βασιλιάδες και τίποτε γι᾽ αυτούς από το Δία   80
πιο θεϊκό. Για τούτο κι έκρινες στον κλήρο σου να πέσουν,
και πολιτείες τούς έδωσες για να φυλάνε, ενώ εσύ ο ίδιο κάθισες
στις ακροπόλεις εποπτεύοντας ποιοί με το δίκιο
τους λαούς τους κυβερνούν με δυσκολίες, ποιοί με τ᾽ άδικο.
Και πλούτη τούς εχάρισες και τόσην ευτυχία,   85μα όχι κι ίσα σ᾽ όλους τους. 
Και τούτο το αποδείχνει
ο βασιλιάς μας που μπροστά βρίσκεται από τους άλλους.
Κι ό, τι σκεφτεί το χάραμα, το πράττει ώσμε το βράδυ,
κι όσο για τα μικρότερα, μόλις στο νου τού μπούνε.
Άλλοι για τούτα θέλουν ένα έτος, για τ᾽ άλλα περισσότερο.   90
Μα σ᾽ άλλα την εκτέλεση εμποδίζεις, επιθυμίες συντρίβοντας.
Χαίρε μεγάλε, πανυπέρτατο τέκνο του Κρόνου, δοτήρα ευημερίας,
δοτήρα ευδαιμονίας. Ποιός μπορεί τα έργα σου να ψάλει;
Δε γεννήθηκεν αυτός, ούτε υπάρχει. Ποιός μπορεί τα έργα του Διός να ψάλει;
Χαίρε πατέρα και ξανά χαίρε. Αρετή και πλούτο δίνε.  95
Χωρίς την αρετήν ο πλούτος δε θ᾽ ανέβαζε ψηλά τον άντρα,
ούτε κι η αρετή χωρίς τον πλούτο. Δίνε αρετή και πλούτο.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ - ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ  1996 "Καλλιμάχου Υμνοι"



 Annibale Carracci - Zeus and  Hera 

Ο Καλλίμαχος ο Κυρηναίος ήταν αρχαίος ποιητής, επιγραμματοποιός και εκπρόσωπος της Αλεξανδρινής ποίησης, ο οποίος άκμασε την εποχή των Πτολεμαίων Φιλάδελφου και Ευεργέτη. Καταγόταν από μεγάλη οικογένεια της Κυρήνης, η οποία ανήγε την καταγωγή της στον μυθικό οικιστή της πόλης Βάττο. Μεγάλωσε και σπούδασε στην Αθήνα αλλά πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του στην Αλεξάνδρεια εργαζόμενος στην αλεξανδρινή βιβλιοθήκη. Στην Αλεξάνδρεια ίδρυσε γραμματική σχολή με μαθητές του, φημισμένους σοφούς όπως ο Αριστοφάνης ο ΒυζάντιοςΑπολλώνιος ο Ρόδιος, ο Ερατοσθένης κ.ά. Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος, εκτός από μαθητής τους, υπήρξε και ισχυρός αντίζηλος και εχθρός του. Ο Καλλίμαχος θεωρείται ο πρώτος καταλογογράφος στην ιστορία της Βιβλιοθηκονομίας και το πρώτο σύστημα ταξινόμησης ανά κατηγορίες, αποδίδεται στους δικούς του Πίνακες.
Το λεξικό Σούδα ή Σουίδα, το οποίο γράφτηκε το δέκατο αιώνα, αναφέρει πως έγραψε 800 τόμους έργων. Το σπουδαιότερο πεζό του έργο ήταν οι "Πίνακες των εν πάση παιδεία διαλαμψάντων και ών συνέγραψαν", ένας κατάλογος σε 120 βιβλία που περιλάμβανε όλα τα έργα όλων των συγγραφέων, σύμφωνα με το είδος των έργων τους κατά αλφαβητική σειρά. Από το ποιητικό του έργο σώθηκαν έξι Ύμνοι, 64 επιγράμματα στην "Παλατινή Ανθολογία" από τον "Στέφανο" του Μελεάγρου και μερικά αποσπάσματα από άλλα έργα του. Τα σπουδαιότερα από τα έργα του ήταν ένα επύλλιο, η "Εκάλη", τα "Αίτια", που ήταν ποιήματα πάνω σε διάφορα θέματα και κατέληγαν στον περίφημο "Βόστρυχο της Βερενίκης", γνωστό κυρίως από την μετάφραση του Λατίνου ποιητή Κάτουλλου.
Ο Καλλίμαχος υπήρξε από τους αντιπροσωπευτικούς ποιητές της ελληνιστικής εποχής. Δεν ασχολήθηκε με τα μεγάλα θέματα της κλασσικής ποίησης αλλά με την καθημερινότητα και τους λαϊκούς μύθους. Μεγάλη ήταν η επίδρασή του στον ελληνιστικό χώρο καθώς επίσης και στην Ρώμη. Το ιδιότυπο, σύντομο μα περιεκτικό ύφος του το μιμήθηκε ύστερα από αιώνες ένας άλλος Αλεξανδρινός ποιητής, ο Καβάφης.http://el.wikipedia.org/

Jean-Auguste Dominique Ingres - Thetis bonfaller Zeus






















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου