Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017

Μάργκαρετ Μίτσελ - Margaret Munnerlyn Mitchell ( 8 Νοεμβρίου 1900 - 16 Αυγούστου1949 )


Η Μάργκαρετ Μίτσελ (Margaret Munnerlyn Mitchell, 8 Νοεμβρίου 1900 - 16 Αυγούστου1949) ήταν Αμερικανίδα συγγραφέας και δημοσιογράφος.

Έγινε διάσημη σε όλο τον κόσμο με το βιβλίο της Όσα παίρνει ο άνεμος (βιβλίο) που εκδόθηκε το 1936. Το βιβλίο κέρδισε το Εθνικό βραβείο Βιβλίου της Αμερικής το έτος 1936 καθώς και το βραβείο Πούλιτζερ για μυθιστορήματα του 1937.
Το βιβλίο μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο το 1939 με τον ίδιο τίτλο Όσα Παίρνει ο Άνεμος (ταινία) και με πρωταγωνιστές την Βίβιαν Λη και τον Κλαρκ Γκέιμπλ και έγινε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του αμερικανικού κινηματογράφου.
Μόλις το 1996 κυκλοφόρησε η και νουβέλα που είχε γράψει στα νεανικά της χρόνια, το Lost Laysen, καθώς και μια συλλογή με τα άρθρα που είχε γράψει κατά τη διάρκεια της τετράχρονης σταδιοδρομίας της ως δημοσιογράφου στην εφημερίδα The Atlanta Journal.
Πέθανε στις 16 Αυγούστου 1949 σε τροχαίο ατύχημα στην Ατλάντα.
Η Μάργκαρετ Μίτσελ, γεννήθηκε στις 8 Νοεμβρίου του 1900 σε μια εύπορη οικογένεια σκωτο-ιρλανδικής καταγωγής στην Ατλάντα, της Τζόρτζια των ΗΠΑ. Ο πατέρας της ήταν δικηγόρος και η μητέρα της, μια δραστήρια γυναίκα πάλευε για τα δικαιώματα των γυναικών της εποχής ενταγμένη στο κίνημα που έμεινε γνωστό με την ονομασία Σουφραζέτες.
Από μικρή, η Μίτσελ μαγεύτηκε από την ανάγνωση βιβλίων. τα οποία με τη σειρά τους τροφοδότησαν την ήδη αναπτυγμένη παιδική και εφηβική φαντασία της, με αποτέλεσμα απο την ηλικία των 11 ετών να ξεκινήσει να γράφει μικρές ιστορίες περιτειώδους χαρακτήρα και παραμύθια. Το 1916 εξάλλου, σε ηλικία 16 ετών, έγραψε και τη νουβέλα Lost Laysen ,η οποία εκδόθηκε μόλις το 1996.
Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε σε ιδιωτικό σχολείο της Ατλάντα και αργότερα συνέχισε τις σπουδές της στο κολλέγιο Σμιθ της Μασσαχουσέτης που τότε θεωρούνταν το καλύτερο κολλέγιο στην Αμερική για κορίτσια. Ο θάνατος της μητέρας της, όμως στις αρχές του 1919, την ανάγκασε να αφήσει το κολλέγιο, να γυρίσει πίσω στην Ατλάντα και να αναλάβει το νοικοκυριό.
Τον Σεπτέμβρη του 1922 παντρεύεται τον Ρεντ Απσooυ, έναν μάλλον αποτυχημένο νεαρό αλκοολικό και ο δυστυχισμένος γάμος της θα λήξει δυο μήνες αργότερα, ενώ το διαζύγιο θα βγει επίσημα το 1924. Τον Ιούλιο του 1925 η Μίτσελ θα κάνει τον δεύτερο και τελευταίο γάμο της με τον παλιό της φίλο Τζων Μάρς.
Το 1922 εξάλλου άρχισε να συνεργάζεται με την τοπική εφημερίδα The Atlanta Journal sunday magazine, κυρίως για βιοποριστικούς λόγους. Η δημοσιογραφική της καριέρα θα τελειώσει το 1926 όταν θα προτιμήσει να αφοσιωθεί στο ρόλο της νοικοκυράς αλλά και να ξεκινήσει τη συγγραφή του βιβλίου της, Όσα παίρνει ο άνεμος. Στο βιβλίο θα αφιερώσει τα επόμενα τρία χρόνια της ζωής της.
Όταν ξέσπασε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, η Μίτσελ έγινε εθελόντρια του αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού. Επίσης βοηθούσε στη συγκέντρωση χρημάτων με την πώληση ομολόγων του πολέμου, έγραφε γράμματα σε στρατιώτες, και επισκεπτόταν ασθενείς σε νοσοκομεία.
Η Μίτσελ ήταν μαζί με τον σύζυγό της το απόγευμα της 11ης Αυγούστου του 1949 και βάδιζαν για τον κινηματογράφο όταν ένας μεθυσμένος ταξιτζής, που εκείνη την ώρα οδηγούσε το προσωπικό του αυτοκίνητο, την χτύπησε σοβαρά. Δεν ανέκτησε τις αισθήσεις της ποτέ και πέντε μέρες μετά – στις 16 Αυγούστου - πέθανε στο νοσοκομείο.


Εξώφυλλο πρώτης έκδοσης.

Όσα παίρνει ο άνεμος (μυθιστόρημα)

Το Όσα παίρνει ο άνεμος (πρωτότυπος τίτλος: Gone with the Wind) είναι ένα ιστορικό - ρομαντικό, μυθιστόρημα της Μάργκαρετ Μίτσελ, που εκδόθηκε πρώτη φορά το 1936. Η ιστορία εκτυλίσσεται στην κομητεία Κλέιτον της Τζόρτζια και έχει επίκεντρο τη Σκάρλετ Ο'Χάρα, μία κακομαθημένη κόρη ενός γαιοκτήμονα, αλλά και τις προσωπικές της σχέσεις, ενόσω ταυτόχρονα μαίνεται ο Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος. Το ιστορικό, πλέον, μυθιστόρημα, έχει και θέματα ενηλικίωσης, ενώ τον τίτλο του τον πήρε από ένα ποίημα του Έρνετ Ντόουσον.
Το βιβλίο έως και σήμερα είναι ένα από τα αγαπημένα αναγνώσματα των ΗΠΑ, αφού έως και το 2014, βρισκόταν μονάχα πίσω από τη Βίβλο. Αλλά και κατά την περίοδο που κυκλοφόρησε έλαβε μεγάλη επιτυχία, καθώς το 1937 ήταν ήδη best-seller στις ΗΠΑ. Έως τώρα έχει πουλήσει 30 εκατομμύρια αντίτυπα.
Η Μίτσελ, το 1937, κέρδισε και το βραβείο Πούλιτζερ,για τον εν λόγω βιβλίο της, ενώ το 1939, διασκευάστηκε από τον Σίντνεϊ Χάουαρντ για την ομώνυμη ταινία, η οποία κι αυτή θεωρείται μία από τις κλασσικότερες του παγκόσμιου κινηματογράφου.Το Όσα παίρνει ο άνεμος ήταν το μοναδικό βιβλίο, που εκδόθηκε όσο ζούσε η Μίτσελ.
Η Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου το έχει κατατάξει ανάμεσα στα βιβλία που έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ζωής των Αμερικανών.

Υπόθεση

Το βιβλίο ακολουθεί τη ζωή της πρωταγωνίστριας, Σκάρλετ Ο’Χάρα, κόρη ενός Ιρλανδού ιδιοκτήτη της Τάρα, μιας φυτείας βαμβακιού στη Τζόρτζια του αμερικανικού Νότου, τα χρόνια κατά τη διάρκεια και μετά τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο.
Ένα απόγευμα του 1861, παραμονές του Πολέμου, η δεκαεξάχρονη Σκάρλετ μαθαίνει ότι ο κρυφός εφηβικός της έρωτας Άσλεϊ Ουίλκς σκοπεύει να παντρευτεί την ξαδέλφη του, Μέλανι Χάμιλτον, γεγονός που θα ανακοινωθεί την επόμενη ημέρα στο μπάρμπεκιου που θα διοργανωθεί στις Δώδεκα Βελανιδιές, την οικία των Ουίλκς.
Αποφασισμένη να κερδίσει την καρδιά του Άσλεϊ, η Σκάρλετ καταφέρνει να τον απομονώσει κατά τη διάρκεια του μπάρμπεκιου και να του ανακοινώσει τον έρωτα της για αυτόν, περιστατικό στο οποίο βρέθηκε τυχαία μάρτυρας ο Ρετ Μπάτλερ, ένας πλούσιος καλεσμένος με ιδιαίτερα άσχημη φήμη. Ο Ρετ κάνει γνωστή την παρουσία του μόνο μετά την απόρριψη της Σκάρλετ από τον Άσλεϊ και την αποχώρησή του από το δωμάτιο, γεγονός που εκνευρίζει τη νεαρή κοπέλα και τη φέρνει σε σύγκρουση με τον Ρετ.
Απογοητευμένη και πληγωμένη, η Σκάρλετ αποφασίζει να δεχτεί την πρόταση γάμου του αδελφού της Μέλανι, Τσαρλς Χάμιλτον, ενώ την ίδια μέρα ξεκινάει και ο Πόλεμος. Η Σκάρλετ, μόλις 2 μήνες μετά τον γάμο της μένει χήρα και 7 μήνες μετά αποκτά τον γιο της, Γουέιντ Χάμπτον Χάμιλτον.
Κουρασμένη από τη μητρότητα και τη στατική ζωή στην εξοχή, η Σκάρλετ, μετά από προτροπή της μητέρας της, μετακομίζει στην Ατλάντα μαζί με τη Μέλανι και τη Θεία Πίτιπατ, που ουσιαστικά μεγάλωσε τη Μέλανι και τον Τσαρλς. Μαζί της στην Ατλάντα παίρνει μόνο τον γιο της και την Πάνσι, τη μαύρη σκλάβα που διατελεί τον ρόλο της καμαριέρας της.
Η Σκάρλετ σοκάρει με τη συμπεριφορά της τη συντηρητική κοινωνία της Ατλάντα, ειδικά μετά την απόφασή της να παραστεί στη χοροεσπερίδα που συμβαίνει για την ενίσχυση του αγώνα της Ομοσπονδίας, παρά το γεγονός ότι χήρεψε πρόσφατα. Στη συγκεκριμένη χοροεσπερίδα, ο Ρετ, που έχει καταφέρει μέσα σε αυτό το διάστημα να αποκτήσει φήμη και περισσότερα χρήματα με τη συμμετοχή του στον πόλεμο, προσφέρει στον αγώνα 150 δολάρια σε χρυσό για έναν χορό με τη Σκάρλετ. Αυτή προκαλεί ακόμα περισσότερη την οργή της κλειστή κοινωνίας, όταν δέχεται την προσφορά του.
Σιγά σιγά, και με την παρότρυνση του Ρετ, η Σκάρλετ ξεπερνά τους ενδοιασμούς της και αρχίζει να πραγματοποιεί την προσωπική της επανάσταση ενάντια στους κοινωνικούς περιορισμούς της εποχής.
Τα Χριστούγεννα του 1863, ο Άσλεϊ επιστρέφει με άδεια από τον στρατό και η Μέλανι μένει έγκυος στο πρώτο τους παιδί. Τους επόμενους μήνες η κατάσταση δυσχεραίνει για τον Νότο, με αποτέλεσμα πολύς κόσμος να εγκαταλείπει την Ατλάντα. Η Σκάρλετ μένει πίσω για το χατίρι της αδύναμης, εγκύου Μέλανι.
Ο γιος της Μέλανι, Μπο, γεννιέται τον Σεπτέμβριο του 1864, ενώ ο στρατός των Γιάνκηδων βρίσκεται στις πύλες της Ατλάντα. Η Σκάρλετ ζητά τη βοήθεια του Ρετ για να εγκαταλείψει την πόλη πριν την είσοδό τους σε αυτή. Αφού ο Ρετ τους οδηγήσει στον δρόμο για την Τάρα, τους εγκαταλείπει για να καταταγεί στον στρατό, αφού πρώτα εξομολογηθεί την αγάπη του στην Σκάρλετ.
Η Σκάρλετ, με πολύ προσωπικό κόπο, καταφέρνει να φτάσει στην Τάρα, όπου ανακαλύπτει ότι όλοι οι υπηρέτες τους, πέρα από κάποιους ιδιαίτερα πιστούς, τους έχουν εγκαταλείψει, οι αδελφές της είναι άρρωστες από τύφο, η μητέρα της έχει πεθάνει από την ίδια αρρώστια και ο πατέρας της έχει χάσει τα μυαλά του. Αναγκάζεται, λοιπόν, να αναλάβει τη διοίκηση της φυτείας, φτάνοντας μέχρι και στον φόνο για να διασώσει την πατρογονική της περιουσία.
Ο πόλεμος τελειώνει και οι στρατιώτες –ανάμεσά τους και ο Άσλεϊ- επιστρέφουν σπίτια τους, ενώ στην Τάρα επιβάλλεται φόρος ύψους 300 δολαρίων. Η Σκάρλετ, μη ξέροντας τι να κάνει, στρέφεται προς τον Ρετ, ο οποίος βρίσκεται στις φυλακές της Ατλάντας, καθώς η κυβέρνηση υποψιάζεται πως έχει καταχραστεί μέρος του χρυσού της Ομοσπονδίας. Χρησιμοποιώντας αθέμιτα μέσα και φτάνοντας μέχρι και το σημείο να του προσφέρει να γίνει η ερωμένη του, η Σκάρλετ δεν καταφέρνει τελικά να επιτύχει τον σκοπό της.
Ηττημένη αποφασίζει να παντρευτεί τον Φρανκ Κένεντι, έναν άνδρα αρκετά μεγαλύτερό της και παραλίγο αρραβωνιαστικό της μικρής της αδελφής, Σουέλεν, ο οποίος ωστόσο έχει την απαραίτητη οικονομική δυνατότητα. Η Σκάρλετ αναλαμβάνει τη διαχείριση του μαγαζιού του Φρανκ στην Ατλάντα, ενώ τον πιέζει να αγοράσουν και δύο μύλους, γεγονός που δυσαρεστεί και τον Φρανκ και την κοινωνία της Ατλάντα.
Ενώ η Σκάρλετ είναι έγκυος στην κόρη του ζευγαριού, Έλα Κένεντι, ο πατέρας της πεθαίνει και οι Ουίλκς μετακομίζουν από την Τάρα στην Ατλάντα, με τον Άσλεϊ να αναλαμβάνει τη διαχείριση από έναν από τους δύο μύλους.
Μια μέρα, κατά την επιστροφή της από τους μύλους, η Σκάρλετ δέχεται επίθεση από δύο άνδρες. Στην προσπάθειά του να εκδικηθεί την ατίμωση της γυναίκας του ο Φρανκ πεθαίνει. Την ημέρα της κηδείας του, ο Ρετ προτείνει στην Σκάρλετ να παντρευτούν αν και του ξεκαθαρίζει ότι αγαπάει άλλον, κάτι που συμβαίνει έναν χρόνο αργότερα, προκαλώντας τον φθόνο και το κουτσομπολιό της πόλης.
Μετά από το γαμήλιο ταξίδι στη Νέα Ορλεάνη, το ζεύγος τακτοποιείται στο νέου του σπίτι, όπου γεννιέται και η κόρης του Ευγενία Βικτώρια, με το ψευδώνυμο Μπόνι Μπλου. Μετά από μια συζήτησή της με τον Άσλεϊ, η Σκάρλετ αποφασίζει να κάνει πίσω στο δικό της μέρος της προγαμιαίας συμφωνίας και να κόψει τις συζυγικές της σχέσεις με τον Ρετ, γεγονός που τον εξοργίζει και τον οδηγεί να στρέψει όλη του την προσοχή στην Μπόνι.
Χρόνια αργότερα, ένα τυχαίο περιστατικό είχε ως αποτέλεσμα να κυκλοφορήσουν φήμες για εξωσυζυγική σχέση της Σκάρλετ με τον Άσλεϊ, φήμες που η Μέλανι αρνείται να δεχτεί αλλά εξοργίζουν τον Ρετ. Το βράδυ εκείνο επιστρέφει μεθυσμένος στο σπίτι και παραδέχεται ότι θα μπορούσαν να είναι ιδιαίτερα ευτυχισμένοι οι δυο τους αφού την αγαπάει και την καταλαβαίνει. Η συνέχεια είναι αμφιλεγόμενη, καθώς δεν γίνεται ξεκάθαρα σαφές αν ο Ρετ τη βιάζει ή κάνουν έρωτα συναινετικά.
Την επόμενη μέρα ο Ρετ φεύγει με την Μπόνι, ενώ η Σκάρλετ, κατά τη διάρκεια της απουσίας του, συνειδητοποιεί ότι της λείπει και ότι είναι έγκυος. Μετά από μια τρίμηνη απουσία, πατέρας και κόρη επιστρέφουν. Στην ανακοίνωση της εγκυμοσύνης της Σκάρλετ, ο Ρετ παραμένει σκληρός και υπαινίσσεται ότι το παιδί μπορεί να μην είναι δικό του. Αυτή εξοργισμένη προσπαθεί να του επιτεθεί και πέφτει από τις σκάλες, αποβάλλοντας τελικά.
Η σχέση ανάμεσα στους δύο συζύγους διαλύεται σιγά σιγά, γεγονός που γίνεται ακόμα πιο έντονο μετά τον θάνατο της Μπόνι σε ένα ατύχημα με το πόνυ που της είχε αγοράσει ο πατέρας της. Η Σκάρλετ κατηγορεί τον Ρετ για τον θάνατο της κόρης της, ενώ αυτός πέφτει σε κατάθλιψη.
Το τελειωτικό χτύπημα έρχεται όταν γίνεται γνωστό πως η Μέλανι, η μοναδική πραγματική φίλη και σύμμαχος της Σκάρλετ όλα αυτά τα χρόνια, αποβάλλει και βρίσκεται στα πρόθυρα του θανάτου της. Στο νεκροκρέβατό της κάνει την Σκάρλετ να συνειδητοποιήσει ότι δεν αγαπά πραγματικά τον Άσλεϊ, μα τον Ρετ.
Ενθουσιασμένη από την αποκάλυψη, επιστρέφει σπίτι για να του ανακοινώσει την επιφοίτησή της, τον βρίσκει όμως έτοιμο να την εγκαταλείψει, ζητώντας της μάλιστα διαζύγιο. Στη συζήτηση που ακολουθεί ο Ρετ και η Σκάρλετ είναι για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια του γάμου τους ξεκάθαροι και ειλικρινείς ο ένας απέναντι στον άλλον. Η Σκάρλετ του ζητά να μείνει και σταθεί δίπλα της, εκείνος όμως φεύγει, απαντώντας της ότι δεν μου καίγεται καρφί, αναφορικά με την πορεία της μετέπειτα ζωής της.
Στις τελευταίες στιγμές του βιβλίου, η Σκάρλετ μένει μόνη της και προσπαθεί να συνειδητοποιήσει όλα όσα έχουν συμβεί. Αποφασίζει να επιστρέψει στην Τάρα, τον τόπο από όπου έπαιρνε πάντα τη δύναμή της, και να πάρει εκεί τις αποφάσεις της, αφού, όπως χαρακτηριστικά αναφωνεί, «Αύριο είναι μια άλλη μέρα».https://el.wikipedia.org/

πηγή φωτογραφίας 

Όσα Παίρνει ο Άνεμος (ταινία)

Το Όσα Παίρνει ο Άνεμος (πρωτότυπος τίτλος: Gone with the Wind) είναι επική ιστορική ρομαντική ταινία του 1939, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Μάργκαρετ Μίτσελτου 1936 και σε σκηνοθεσία Βίκτορ Φλέμινγκ. Η επική αυτή ταινία είχε πρωταγωνιστές τη Βίβιαν Λι, τον Κλαρκ Γκέιμπλ, τον Λέσλι Χάουαρντ και την Ολίβια Ντε Χάβιλαντ και αποτελεί τη μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία όλων των εποχών.
Η ιστορία λαμβάνει χώρα από την άνοιξη του 1861 μέχρι την περίοδο της Ανασυγκρότησης στον Αμερικανικό Νότο. Η ταινία βραβεύτηκε με 8 βραβεία Όσκαρ, ένα ρεκόρ που διατήρησε για είκοσι χρόνια.Το 1998 κατατάχθηκε τέταρτο στη λίστα του Αμερικανικού Ινστιτούτου Κινηματογράφου με τις 100 καλύτερες αμερικανικές ταινίες όλων των εποχών, αν και το 2007 μετακινήθηκε στην έκτη θέση

Η ταινία είναι βασισμένη στο ομώνυμο και βραβευμένο με Πούλιτζερ μυθιστόρημα της Μάργκαρετ Μίτσελ και η παραγωγή της έγινε από τον τιτάνα του Χόλιγουντ Ντέιβιντ Ο. Σέλζνικ, ο οποίος έδρασε καταλυτικά στην επιτυχία της ταινίας. Όμως η μεταφορά του μυθιστορήματος της Μίτσελ δεν αποτελούσε δημοφιλές εγχείρημα από την αρχή. Ο Λούι Μπι Μάγιερ της εταιρίας Metro-Goldwyn-Mayer, είχε καταδικάσει από την πρώτη στιγμή το μυθιστόρημα και δεν ήθελε να χρηματοδοτήσει την οπτικοποίησή του, ενώ την ίδια αρνητική στάση κράτησαν επίσης ο Πάντρο Μπέρμαν της RKO και ο Ντέβιντ Ο. Σέλζνικ της Selznick International.
Ο Ντάρυλ Ζάνουκ της 20th Century Fox διέθετε χαμηλό προϋπολογισμό για την ταινία, ενώ ο Τζακ Γουόρνερ ήταν ο μοναδικός παραγωγός του Χόλυγουντ που ήθελε να αγοράσει τα δικαιώματα της ταινίας για το ανερχόμενο αστέρι του, την Μπέτι Ντέιβις. Η Ντέιβις όμως, που δεν είχε προβλέψει την επιτυχία του βιβλίου και δεν είχε εμπιστοσύνη στο κριτήριο του Γουόρνερ, ο οποίος από το 1932, που την προσέλαβε, της ανέθετε ρόλους σε αδιάφορες ταινίες και απέρριψε τον ρόλο. Ο Σέλζνικ άλλαξε γνώμη για το εγχείρημα όταν η συνεργάτιδά του Κέι Μπράουν τον παρότρυνε να αγοράσει τα δικαιώματα του μυθιστορήματος.
Ένα μήνα μετά την κυκλοφορία του βιβλίου το 1936, ο Σέλζνικ αγόρασε τα δικαιώματα έναντι 50.000 δολαρίων. Ακολούθησαν τρία χρόνια κατά τη διάρκεια των οποίων ο ανήσυχος παραγωγός, άλλαξε τρεις σκηνοθέτες, ισάριθμο περίπου αριθμό σεναριογράφων και ασχολήθηκε ενεργά με την ανεύρεση των κατάλληλων ηθοποιών για τους κεντρικούς ρόλους.

Διανομή ρόλων

Η νεοσύστατη εταιρία του Σέλζνικ δεν είχε στην κατοχή της κανέναν μεγάλο αστέρα της εποχής, κάτι που τον ανάγκαζε να δανειστεί ηθοποιούς από άλλες εταιρίες. Σύμφωνα με δημοψήφισμα, το αμερικανικό κοινό ήθελε τον "Βασιλιά του Χόλυγουντ", Κλαρκ Γκέιμπλ, για το ρόλο του Ρετ Μπάτλερ, αλλά ο Γκέιμπλ ανήκε στο δυναμικό της εταιρίας Metro-Goldwyn-Mayer. Ο Σέλζνικ δεν ήθελε να δανειστεί τίποτα από την εταιρία του πεθερού του, Λούι Μπι Μάγιερ. Η πρώτη του όμως επιλογή, ο Γκάρι Κούπερ, απέρριψε τον ρόλο.Ο Τζακ Γουόρνερ προσφέρθηκε να βοηθήσει τον Σέλζνικ παραχωρώντας του τη Μπέτι Ντέιβις, τον Έρολ Φλιν και την Ολίβια Ντε Χάβιλαντ, με αντάλλαγμα τα δικαιώματα της διανομής στις Η.Π.Α. Ο Σέλζνικ θεωρούσε ότι ο Φλιν ήταν ακατάλληλος για τον ρόλο και αποφάσισε να δανειστεί τον Κλαρκ Γκέιμπλ από την MGM, με αντάλλαγμα το 50% των κερδών της ταινίας.
Υποψήφιες για τον ρόλο της Σκάρλετ ήταν οι Τζιν Άρθουρ, Λουσίλ Μπολ, Ταλούλα Μπάνκχεντ, Μπέτι Ντέιβις, Κάθριν Χέπμπορν, Τζόαν Κρόφορντ, Φράνσις Ντι, Τζόαν Φοντέιν, Μπάρμπαρα Στάνγουικ, Νόρμα Σίρερ, Μάργκαρετ Σάλαβαν, Λάνα Τέρνερ, Κάρολ Λόμπαρντ, Πολέτ Γκοντάρ, Σούζαν Χέιγουορντ, Κάρλα Μπόου, Τζόαν Μπένετ, Μερλ Όμπερον, Λορέτα Γιανγκ και Μίριαμ Χόπκινς. Δημοψήφισμα του κοινού έδινε τη Μπέτι Ντέιβις ως φαβορί, ενώ η Μάργκαρετ Μίτσελ θεωρούσε καταλληλότερη τη Μίριαμ Χόπκινς. Η Χόπκινς ήδη στα 35 της θεωρήθηκε μεγάλη για τον ρόλο. Ο Σέλζνικ, που είχε δει τη Βίβιαν Λι στις ταινίες Μέσα από τις φλόγες και Ατίθασα νιάτα, τη θεωρούσε υπέροχη, αλλά η βρετανική της προφορά δεν ταίριαζε στο χαρακτήρα της Σκάρλετ Ο' Χάρα. Ο Αμερικανός ατζέντης της Λι, ήταν ο αντιπρόσωπος στην Αγγλία του πρακτορείου ταλέντων του Μάιρον Σέλζνικ, αδελφού του παραγωγού του Όσα παίρνει ο άνεμος Ντέιβιντ Ο' Σέλζνικ.

Τον Φεβρουάριο του 1938, η Λι ζήτησε να περάσει από ακρόαση για τον ρόλο της Σκάρλετ. Όταν Μάιρον Σέλζνικ, που αντιπροσώπευε τον Λόρενς Ολίβιε, συναντήθηκε με τη Λι, κατάλαβε ότι διέθετε όλα τα χαρίσματα που απαιτούσε ο ρόλος. Η Λι είχε συμβόλαιο με τον Άγγλο σκηνοθέτη Αλεξάντερ Κόρντα, με τον οποίο ο Σέλζνικ βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις, που αφορούσαν τον δανεισμό της Λι για το Όσα παίρνει ο άνεμος. Ο Μάιρον κάλεσε τη Λι και τον Ολίβιε στο σετ, όπου κινηματογραφούσαν την πυρκαγιά της Ατλάντα. Εκεί ανάμεσα στις φλόγες, ο Μάιρον προσφώνησε τη Λι, λέγοντας στον αδελφό του: «Έι ιδιοφυΐα! Σου παρουσιάζω τη Σκάρλετ Ο' Χάρα». Την επόμενη ημέρα, η Λι διάβασε μια σκηνή για το Σέλζνικ, ο οποίος έγραψε στη σύζυγο του: «Από εκεί που δεν το περίμενε κανείς, βρέθηκε η Σκάρλετ και είναι πάρα πολύ καλή». Οι επικρατέστερες για τον ρόλο αυτή τη στιγμή είναι: η Πολέτ Γκοντάρ, η Τζιν Άρθουρ, η Τζόαν Μπένετ και η Βίβιαν Λι. Ο σκηνοθέτης, Τζορτζ Κιούκορ, εντυπωσιάστηκε από τη ζωντάνια της Λι και συμφώνησε με το Σέλζνικ και λίγες μέρες αργότερα ο ρόλος ανατέθηκε στη Λι.
Ο Σέλζνικ προσέλαβε τον Λέσλι Χάουαρντ για τον ρόλο του Άσλεϊ Γουίλκς και την Ολίβια Ντε Χάβιλαντ για τον ρόλο της Μέλανι Χάμιλτον και τα γυρίσματα ξεκίνησαν τον Ιανουάριο του 1939.

Βραβεία Όσκαρ

Η ταινία έλαβε 13 υποψηφιότητες για τα βραβεία της ακαδημίας του αμερικανικού κινηματογράφου, σπάζοντας το ρεκόρ για τις περισσότερες υποψηφιότητες (το Όλα για την Εύα και ο Τιτανικός είναι οι μόνες ταινίες που κατάφεραν να ξεπεράσουν το Όσα παίρνει ο άνεμος, αποσπώντας 14 υποψηφιότητες).
Η τελετή των Όσκαρ έγινε στις 29 Φεβρουαρίου του 1940 στο Κόκονατ Γκρόουβ και η ταινία κατάφερε να κερδίσει 8 αγαλματίδια συν δυο τιμητικά (Το βραβείο Έρβιν Θάλμπεργκ για τον παραγωγό της ταινίας Ντέιβιντ Ο'Σέλζνικ καθώς και ειδικό βραβείο για τη σκηνογραφία του Γουίλιαμ Κάμερον Μέντζις). Μέχρι σήμερα μόνο οι ταινίες Μπεν Χουρ (Ben Hur, 1959), Τιτανικός (Titanic, 1997) και Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών: Η Επιστροφή του Βασιλιά (The Lord of the Rings: The Return of the King, 2003) έχουν καταφέρει να ξεπεράσουν τα 10 όσκαρ του "Όσα παίρνει ο άνεμος". Η Βίβιαν Λι κατάφερε να υπερισχύσει έναντι ιερών τεράτων, όπως η Μπέτι Ντέιβις, υποψήφιας για "Το λυκόφως μιας ζωής" (Dark Victory, 1939) και της Γκρέτα Γκάρμπο, υποψήφιας για την ταινία "Νινότσκα" (Ninotchka, 1939), ενώ η Χάτι Μακ Ντάνιελ, η Μάμι της ταινίας έγινε η πρώτη μαύρη ηθοποιός στην ιστορία του κινηματογράφου που κατάφερε να κερδίσει βραβείο όσκαρ (τιμήθηκε με όσκαρ Β' γυναικείου ρόλου). Η νίκη της Μακ Ντάνιελ προκάλεσε συγκίνηση σε όλους τους παρευρισκόμενους. Ο Κλαρκ Γκέιμπλ που είχε ως αντιπάλους του τον Λόρενς Ολίβιε, υποψήφιο για την μεταφορά του μυθιστορήματος της Έμιλι Μπροντέ"Ανεμοδαρμένα Ύψη" (Wuthering Heights, 1939) και τον Τζέιμς Στιούαρτ, υποψήφιο για την ταινία "Ο κύριος Σμιθ πάει στην Ουάσινγκτον" (Mr Smith Goes To Washington, 1939), έχασε το βραβείο από τον Ρόμπερτ Ντόνατ για την ταινία "Αντίο, Ωραία Νιάτα" (Goodbye Mr. Chips, 1939). Η ταινία ηττήθηκε επίσης στην κατηγορία με τα τεχνικά βραβεία και τη μουσική επένδυση, τα οποία πήγαν σε μια άλλη σημαντική παραγωγή του 1939, στην ταινία "Ο Μάγος του Οζ" (The Wizard Of Oz, 1939) σκηνοθεσίας επίσης του Βίκτορ Φλέμινγκ.
Η ταινία πούλησε περισσότερα εισιτήρια στις ΗΠΑ σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου και αποτελεί μέχρι και σήμερα έμβλημα της χρυσής εποχής του Χόλιγουντ. Θεωρείται το πρότυπο της Χολλυγουντιανής εμπορικής ταινίας, γνωστής στα αγγλικά ως "blockbuster". Σήμερα θεωρείται ένα από τα πιο δημοφιλή και σημαντικά κινηματογραφικά έργα όλων των εποχών. .https://el.wikipedia.org/









Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΔΕΚΟΥΛΟΥ - ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ " Γυναίκα ν' ανατείλω "




Κάθε που φουσκώνει η θάλασσα,
η ψυχή μου κάβους λύνει να σ' ανταμώσει'
και κάθε που πλαταίνει ο ουρανός,
δεν φτάνουν δυο πανσέληνοι
να περιγράψουν το βλέμμα σου.
Φταίει εκείνη η αφέγγαρη νύχτα
που 'κλεψες το 'να μου φιλί
κάτω από μια μεθυσμένη βοκαμβίλια.
Ίσως πάλι φταίει η άγουρη καρδιά μου
που ξεμυαλίστηκε από δυο χείλη
βαφτισμένα στον δυόσμο.
Κι εκειό το μοσχοκάρφι που 'χες δαγκάσει
μου 'καψε την ανάσα κι ακόμα να δροσιστώ.
Πέρασαν τόσοι καιροί κι ακόμα τα βράδια προσμένω
το ίσως μου, ναι να βαφτιστεί
στη μαρτυρία του στεναγμού σου.
Καρτερώ, σαν ανταριάζει η καρδιά
κι εγώ σαν την αυγή στο χάδι του ήλιου
στ ' άλικο να ξαναγεννηθώ,
γυναίκα ν' ανατείλω.

Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου
13/8 /16

ΟΛΓΑ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ - ΝΤΙΝΟΔΗΜΟΥ " ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ Η ΧΑΡΗ "


Από αυλή σ’ αυλή
πετάει η σκέψη μου
συλλέγοντας
μυρωδιές και άνθη
ψάχνοντας για όμορφες
γιορτές, πανηγύρια…
στης Παναγιάς τη Χάρη!
Αμέτρητοι είναι οι ναοί
νησιωτική και στεριανή
Ελλάδα.
Δεσποτικά , ξυλόγλυπτα,
χρυσοκέντητα,
τάματα αμέτρητα…
κοσμήματα ασημένια,
ευλαβική ευχαριστήρια
προσφορά!
Αμέτρητα τα κάστρα
χτισμένα μοναστήρια.
Πανέμορφες της Παναγιάς
οι εκκλησιές
μοσχοβολούν λιβάνι
μυσταγωγίας τελετές!
Μεγάλη της η Χάρη!

ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ ΟΛΓΑ
Από το βιβλίο < Πέλαγος Εντυπώσεων>








ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ - ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ





Ανάμεσα εις συντρίμματα καί ερείπια, λείψανα παλαιάς κατοικίας ανθρώπων εν μέσω αγριοσυκών, μορεών μέ ερυθρούς καρπούς, εις έρημον τόπον, απόκρημνον ακτήν πρός μίαν παραλίαν βορειοδυτικήν τής νήσου, όπου τήν νύκτα επόμενον ήτο νά βγαίνουν καί πολλά φαντάσματα, είδωλα ψυχών κουρασμένων, σκιαί επιστρέφουσαι, καθώς λέγουν, από τόν ασφοδελόν λειμώνα, αφήνουσαι κενάς οιμωγάς εις τήν ερημίαν, θρηνούσαι τό πάλαι ποτέ πρόσκαιρον σκήνωμά των εις τόν επάνω κόσμον ― εκεί ανάμεσα εσώζετο ακόμη ο ναΐσκος τής Παναγίας τής Πρέκλας. Δέν υπήρχε πλέον οικία ορθή, δέν υπήρχε στέγη καί άσυλον, εις όλον τό οροπέδιον εκείνο, παρά τήν απορρώγα ακτήν. Μόνος ο μικρός ναΐσκος υπήρχε, καί εις τό προαύλιον τού ναΐσκου ο Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας είχε κτίσει μικρόν υπόστεγον, καλύβην μάλλον ή οικίαν, λαβών τήν ξυλείαν, όσην ηδυνήθη νά εύρη, καί τινας λίθους από τά τόσα τριγύρω ερείπια, διά νά στεγάζεται προχείρως εκεί καί καπνίζη ακατακρίτως τό τσιμπούκι του, μέ τόν ηλέκτρινον μαμέν, έξω τού ναού, ο φιλέρημος γέρων.
Ο ναΐσκος ήτο ιδιόκτητος· πράγμα σπάνιον εις τόν τόπον, λείψανον παλαιού θεσμού· ήτον κτήμα αυτού τού γέροντος Φραγκούλα. Ο αξιότιμος πρεσβύτης, φέρων όλα τά εξωτερικά γνωρίσματα προεστού, ωραίον φέσι τού Τουνεζίου, επανωβράκι* τσόχινον, μέ ζώνην πλατείαν κεντητήν, μακράν τσιμπούκαν μέ ηλέκτρινον μαμέν, καί κρατών μέ τήν αριστεράν ηλέκτρινον μακρόν κομβολόγιον, δέν ήτο καί πολύ γέρων, ώς πενηνταπέντε χρόνων άνθρωπος. Κατήγετο από τήν αρχαιοτέραν καί πλέον γνησίως αυτόχθονα οικογένειαν τού τόπου. Ήτον εκ νεαράς ηλικίας ευσταλής, υψηλός, λεπτός τήν μέσην, μελαχροινός, μέ αδρούς χαρακτήρας τού προσώπου, δασείας οφρύς, οφθαλμούς μεγάλους, ογκώδη ρίνα, χονδρά χείλη προέχοντα. Ηγάπα πολύ τά μουσικά, τά τε εκκλησιαστικά καί τά εξωτερικά, υπήρξε δέ μέ τήν χονδρήν αλλά παθητικήν φωνήν του ψάλτης καί τραγουδιστής εις τόν καιρόν του μέχρι γήρατος.
Τήν Σινιώραν, ωραίαν νέαν, λεπτοφυή, λευκοτάτην, τήν είχε νυμφευθή από έρωτα. Ήδη είχε συζήσει μαζί της υπέρ τά είκοσι πέντε έτη, καί είχεν αποκτήσει τέσσαρας υιούς καί τρείς θυγατέρας. Αλλά τώρα, εις τόν ουδόν τού γήρατος, δέν συνέζη πλέον μαζί της.
Είχε χωρίσει άπαξ ήδη, αφού εγεννήθησαν τά τέσσαρα πρώτα παιδία, δύο υιοί καί δύο θυγατέρες· ο πρώτος ούτος χωρισμός διήρκεσεν επί τινας μήνας. Είτα επήλθε συνδιαλλαγή καί συμβίωσις πάλιν. Τότε εγεννήθησαν άλλα δύο τέκνα, υιός καί θυγάτριον. Είτα επήλθε δεύτερος χωρισμός, υπέρ τό έτος διαρκέσας. Μετά τόν χωρισμόν, δευτέρα συνδιαλλαγη. Τότε εγεννήθη ο τελευταίος υιός. Ακολούθως επήλθε μακρός χωρισμός μεταξύ τών συζύγων. Ο τελευταίος ούτος χωρισμός, μετά πολλάς αγόνους αποπείρας συνδιαλλαγής, διήρκει ήδη από τριών ετών καί ημίσεος. Δέν ήτο πλέον φόβος νά γεννηθούν άλλα τέκνα. Η Σινιώρα ήτον υπερτεσσαρακοντούτις ήδη.
***
Τήν εσπέραν εκείνην, τής 13 Αυγούστου τού έτους 186… εκάθητο μόνος, ολομόναχος, έξω τού ναΐσκου, εις τό προαύλιον, έμπροσθεν τής καλύβης τήν οποίαν είχε κτίσει, εκάπνιζε τό τσιμπούκι του, κ᾿ ερρέμβαζεν. Ο καπνός από τόν λουλάν ανέθρωσκε καί ανέβαινεν εις κυανούς κύκλους εις τό κενόν, καί οι λογισμοί τού ανθρώπου εφαίνοντο νά παρακολουθούν τούς κύκλους τού καπνού, καί νά χάνωνται μετ᾿ αυτών εις τό αχανές, τό άπειρον. Τί εσκέπτετο;
Βεβαίως, τήν σύζυγόν του, μέ τήν οποίαν ήσαν εις διάστασιν, καί τά τέκνα του, τά οποία σπανίως έβλεπεν. Εσχάτως τού είχον παρουσιασθή, πρώτην φοράν εις τήν ζωήν του, καί οικονομικαί στενοχωρίαι. Ο Φραγκούλας ήτο μεγαλοκτηματίας. Είχε παμπόλλους ελαιώνας, αμπέλια αρκετά, καί χωράφια αμέτρητα. Μόνον από τόν αντίσπορον τών χωραφίων ημπορούσε νά μήν αγοράζη ψωμί δι᾿ όλου τού έτους, αυτός καί η οικογένειά του. Οι δέ ελαιώνες, όταν εκαρποφόρουν, έδιδον αρκετόν εισόδημα. Αλλ᾿ επειδή δέν ειργάζετο ποτέ μόνος του, τά έξοδα «τόν έτρωγαν»! Είτα αυξανομένης τής οικογενείας, συνηυξάνοντο καί αι ανάγκαι. Καί όσον ηύξανον τά έξοδα, τόσον τά έσοδα ηλαττούντο. Ήλθαν «δυστυχισμένες χρονιές», αφορίαι, συμφοραί, θεομηνίαι. Είτα, διά πρώτην φοράν, έλαβεν ανάγκην μικρών δανείων. Δέν εφαντάζετο ποτέ ότι μία μικρά κάμπη αρκεί διά νά καταστρέψη ολόκληρον φυτείαν. Απηυθύνθη εις ένα τοκογλύφον τού τόπου.
Οι τοιούτοι ήσαν άνθρωποι «φερτοί», απ᾿ έξω, καί όταν κατέφυγον εις τόν τόπον, εν ώρα συμφοράς καί ανεμοζάλης, κατά τήν Μεγάλην Επανάστασιν ή κατά τά άλλα κινήματα τά πρό αυτής, αρχομένης τής εκατονταετηρίδος, κανείς δέν έδωκε προσοχήν καί σημασίαν εις αυτούς.
Αλλ᾿ επειδή οι εντόπιοι είχον αποκλειστικήν προσήλωσιν εις τά κτήματα, ούτοι, οι επήλυδες, ως πράττουσιν όλοι οι φύσει καί θέσει Εβραίοι, έδωκαν όλην τήν σημασίαν καί τήν προσοχήν των εις τά χρήματα. Ήνοιξαν εργαστήρια, μαγαζεία, κ᾿ εμπορεύοντο, κ᾿ εχρηματίζοντο. Είτα ήλθεν ώρα, όπως καί τώρα καί πάντοτε συμβαίνει, οπότε οι εντόπιοι έλαβον ανάγκην τών χρημάτων, καί τότε ήρχισαν νά υποθηκεύουν τά κτήματα. Εωσότου παρήλθε μία γενεά, ή μία καί ημίσεια, καί τά χρήματα επέστρεψαν εις τούς δανειστάς, συμπαραλαβόντα μεθ᾿ εαυτών καί τά κτήματα.
Έως τότε δέν είχε συλλογισθή τοιαύτα πράγματα ο Φραγκούλης Φραγκούλας, ούτε τόν έμελε ποτέ του περί χρημάτων. Αλλ᾿ επ᾿ εσχάτων, είχε λάβει ανάγκην καί δευτέρου καί τρίτου δανείου, καί οι δανεισταί προθύμως τού έδιδαν, αλλ᾿ απήτουν νά τούς καθιστά υπέγγυα τά καλύτερα κτήματα, εκ τών οποίων έκαστον είχε, κατ᾿ αυτόν εκτιμητήν, δεκαπλασίαν αξίαν τού ποσού τού δανειζομένου. Πλήν φεύ! αυτός δέν ήτο ο μόνος καημός του…
Ο Φραγκούλης Φραγκούλας δέν εφόρει πλέον τό ωραίόν του μαύρον φέσι, τό τουνεζιάνικον· έφερεν οικιακόν μαύρον σκούφον επί τής κεφαλής. Αλλ᾿ ευρίσκετο σήμερον εις τήν εξοχήν. Εάν τόν συνηντώμεν τήν προτεραίαν εις τήν αγοράν, κάτω εις τήν πολίχνην, θά εβλέπομεν ότι είχε βάψει μαύρον τό φέσι του… Είχε πρόσφατον πένθος.
***
«Άχ! Τό ᾽χασα, τό καημένο μ᾿, τό ευάγωγο, τό ᾽χασα!»
Ο γερο-Φραγκούλης εστέναξε, καί είχε δίκαιον νά στενάξη. Τό καλύτερον κοράσιόν του, τό τρίτον, τό μικρότερον, δεκατετραετές μόλις τήν ηλικίαν ―τό οποίον είχε γεννηθή κατά τι διάλειμμα έρωτος μεταξύ δύο χωρισμών― τού είχεν αποθάνει πρό ολίγων μηνών…
Καί αυτός ήλθεν εις τήν Παναγίαν, διά νά κλαύση καί νά πή τόν πόνον του. Ήτον κτήμά του ο ναΐσκος τής Παναγίας τής Πρέκλας. Τό εκκλησίδιον ήτον ευπρεπέστατον, ωραία στολισμένον καί είχε καλάς εικόνας, καί μάλιστα τήν φερώνυμον, τήν γλυκείαν Παναγίαν τήν Πρέκλαν, σκαλιστόν χρυσωμένον τέμπλον, πολυέλεον καί μανουάλια ορειχάλκινα, κανδήλια αργυρά. Έφερε πάντοτε ο ιδιοκτήτης μαζί του τήν βαρείαν υπερμεγέθη κλείδα τής δρυΐνης θύρας τής στερεάς, καί δέν έλειπε συχνά νά επισκέπτεται τήν Παναγίαν του· ιερόσυλος ευτυχώς κανείς ακόμη δέν είχεν αναφανή εις τά μέρη αυτά.
Ήτον η προπαραμονή τής εορτής, ότε θά ετελείτο πανήγυρις εις τόν ναΐσκον, τιμώμενον επ᾿ ονόματι τής Κοιμήσεως. Θά ήρχοντο από τόν τόπον πολλαί οικογένειαι καί άτομα, δωδεκάδες τινές προσκυνητών καί πανηγυριστών, καί ο παπα-Νικόλας, ο συμπέθερός του. Εις τόν παπα-Νικόλαν ο Φραγκούλας έδιδε διά τόν κόπον του έν τάλληρον, περιπλέον δέ εισέπραττεν ο παπάς διά λογαριασμόν του τάς δεκάρας, όσας έδιδαν αι γυναίκες «διά νά γράψουν τά ονόματα» ή τά «ψυχοχάρτια».
Όλα τ᾿ άλλα, προσφοράς, αρτοκλασίας, πώλησιν κηρίων, κτλ. τά εισέπραττεν ο Φραγκούλας ως εισόδημα ιδικόν του…
Καί τώρα τούς επερίμενε νά έλθουν πάλιν… καί ανελογίζετο πώς άλλοτε, όταν ήτον νέος ακόμη, μετά τόν πρώτον χωρισμόν από τήν γυναίκά του, η πανήγυρις αυτή τής Παναγίας τής Κοιμήσεως έγινεν αφορμή διά νά επέλθη συνδιαλλαγή μετά τής γυναικός του. Κατόπιν τής συνδιαλλαγής εκείνης εγεννήθη ο τρίτος υιός, καί τό Κουμπώ, τό θυγάτριον τό οποίον εθρήνει τώρα ο γερο-Φραγκούλας…
«Τό ᾽χασα τό καημένο μου, τό ευάγωγο, τό ᾽χασα!…»
Ώ, δέν ελυπείτο τώρα τόσον πολύ τόν από τής γυναικός του χωρισμόν ―τήν οποίαν άλλως τρυφερώς ηγάπα― όσον εθρήνει τήν σκληράν απώλειαν εκείνην τής κορασίδος, τήν οποίαν εις τόν άλλον κόσμον ήλπιζε μόνον νά επανεύρη… Καί κατενύσσετο πολύ η καρδία του κ᾿ εθλίβετο… Καί ανελογίσθη ότι τό πάλαι εδώ οι χριστιανοί, όσοι ήσαν ως αυτός τεθλιμμένοι, εις τόν ναΐσκον αυτόν τής Παναγίας τής Πρέκλας, ήρχοντο τάς ημέρας αυτάς νά εύρωσι, διά τής εγκρατείας καί τής προσευχής καί τού ιερού άσματος, αναψυχήν καί παραμυθίαν… Τόν παλαιόν καιρόν, πρό τού Εικοσιένα, όταν τό σήμερον έρημον καί κατηρειπωμένον χωρίον εκατοικείτο ακόμη, όλοι οι κάτοικοι καί τών δύο ενοριών ήρχοντο εις τόν ναόν τής Πρέκλας, όστις ήτο απλούν παρεκκλήσιον, ν᾿ ακούσωσι τάς ψαλλομένας Παρακλήσεις, καθ᾿ όλον τόν Δεκαπενταύγουστον…
Άφησεν εις τήν άκρην τό τσιμπούκι, τό οποίον είχε σβήσει ήδη ανεπαισθήτως, εν μέσω τής αλλοφροσύνης καί τών ρεμβασμών τού καπνιστού, καί ακουσίως ήρχισε νά υποψάλλη.
Έλεγε τόν Μέγαν Παρακλητικόν κανόνα τόν εις τήν Παναγίαν, όπου διεκτραγωδούνται τά παθήματα καί τά βάσανα μιάς ψυχής, καί τήν σειράν όλην τών κατανυκτικών ύμνων, όπου είς βασιλεύς Έλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, από Λατίνους καί Άραβας καί τούς ιδικούς του, διεκτραγωδεί πρός τήν Παναγίαν τούς ιδίους πόνους του, καί τούς διωγμούς όσους υπέφερεν από τά στίφη τών βαρβάρων, τά οποία ονομάζει νέφη.
Είτα κατά μικρόν, αφού είπεν όσα τροπάρια ενθυμείτο από στήθους, ύψωσεν ακουσίως τήν φωνήν, καί ήρχισε νά μέλπη τό αθάνατον εκείνο:

«Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε,
Γεθσημανή τώ χωρίω, κηδεύσατέ μου τό σώμα.
Καί σύ, Υιέ καί Θεέ μου, παράλαβέ μου τό πνεύμα».

… Καί είτα προσέτι, παρεκάλει διά τού άσματος τήν Παναγίαν, νά είναι μεσίτρια πρός τόν Θεόν, «μή μού ελέγξη τάς πράξεις, ενώπιον τών αγγέλων…» Ώ, αυτό είχε τήν δύναμιν καί τό προνόμιον νά κάμνη πολλά ζεύγη οφθαλμών νά κλαίωσι τόν παλαιόν καιρόν, όταν οι άνθρωποι έκλαιον ακόμη εκούσια δάκρυα εκ συναισθήσεως…
Ο γερο-Φραγκούλας επίστευε καί έκλαιεν… Ώ, ναί, ήτον άνθρωπος ασθενής· ηγάπα καί ημάρτανε καί μετενόει… Ηγάπα τήν θρησκείαν, ηγάπα καί τήν σύζυγον καί τά τέκνα του, επόθει ακόμη τόν συζυγικόν βίον, επόθει καί τόν βίον τόν μοναχικόν. Τόν καιρόν εκείνον είχεν αγαπήσει εξ όλης καρδίας τήν Σινιωρίτσαν του… καί τήν ηγάπα ακόμη. Αλλ᾿ όσον τρυφερός ήτο εις τόν έρωτα, τόσον ευεπίφορος εις τό πείσμα, καί τόσον γοργός εις οργήν. Ώ! ατέλειαι τών ανθρώπων.
Τώρα, εις τούς τελευταίους χρόνους, είχε γνωρίσει ακόμη καί τήν οικονομικήν στενοχωρίαν, τό παράπονον τής ξεπεσμένης αρχοντιάς, τάς πιέσεις καί τάς απειλάς τών τοκογλύφων. «Τό διάφορο, κεφάλι! τό διάφορο, κεφάλι!» Επί τέσσαρας ενιαυτούς ήτο αφορία, αι ελαίαι δέν εκαρποφόρησαν· ο καρπός είχε προσβληθή από άγνωστον ασθένειαν, διά τάς αμαρτίας τών ιδιοκτητών. Είχαν κιτρινίσει καί μαυρίσει αι ελαίαι, καί ήσαν γεμάται από βούλες, καί είχαν πέσει άκαιρα. Τόσα «υποστατικά», τόσα «μούλκια», τόσο «βιός», αγύριστα κτήματα, σχεδόν τσιφλίκια, ηπειλούντο νά περιέλθωσιν εις χείρας τών τοκογλύφων. ― Εγέννα ή όχι η γή, εκαρποφόρουν ή όχι τά δένδρα, ο τόκος δέν έπαυε. Τά κεφάλαια «έτικτον». Έπαυσε νά τίκτη η γόνιμος (όπως λέγει ο Άγ. Βασίλειος), αφού τά άγονα ήρχισαν κ᾿ εξηκολούθουν νά τίκτουν…
Ανελογίζετο αυτά, κ᾿ έκλαιεν η ψυχή του. Δέν ήλπιζε πλέον, ούτε ηύχετο σχεδόν, νά ήρχετο η Σινιωρίτσα αύριον, εις τήν πανήγυριν, όπως ήρχετο τακτικά κάθε χρόνον, άλλοτε, όταν ήσαν «μονοιασμένοι» ― όπως είχεν έλθει καί άπαξ, εις καιρόν οπού ευρίσκοντο χωρισμένοι, πρό δεκαπέντε ετών… Τώρα μόνον η ψυχή τής Κούμπως, τής αθώας μικράς παρθένου, είθε νά παρίστατο αοράτως εις τήν πανήγυριν, αγαλλομένη.
Ώ! άλλοτε, πρό δεκαπέντε ετών, πρίν γεννηθή ακόμη η Κούμπω ― ναί, η Παναγία είχε δωρήσει τό αβρόν εκείνο άνθος εις τόν Φραγκούλην καί τήν Σινιώραν, καί η Παναγία πάλιν τό είχε δρέψει καί τό είχεν αναλάβει πλησίον της, πρίν μολυνθή εκ τής επαφής τών ματαίων τού κόσμου… Τόν καιρόν εκείνον είχε συμβή ο πρώτος χωρισμός, τό πρώτον πείσμα, τό πρώτον κάκιωμα μεταξύ τών συζύγων. Καί ο Φραγκούλης, θυμώδης, οξύχολος, δριμύς, είχεν αναβή, όπως τώρα, από τήν πολίχνην τήν κατοικημένην εις τό παλαιόν χωρίον τό έρημον, τού οποίου εσώζοντο τότε ακόμη ολίγισται οικίαι, καί δέν ήτο ερείπιον όλον, όπως σήμερον. Καί καθώς τώρα, είχεν έλθει δύο ή τρείς ημέρας πρό τής εορτής εις τό παρεκκλήσιον τής Πρέκλας, εκάθητο δέ εις τά πρόθυρα τού ναΐσκου κ᾿ εκάπνιζε τό μακρόν τσιμπούκι μέ τό ηλέκτρινον επιστόμιον. Πλήν τότε τό φέσι του ήτο κατακόκκινον, καί τώρα εφόρει μαύρον σκούφον… Καί τότε ο Φραγκούλης ήτον σαράντα χρόνων, καί τώρα ήτον πενηνταπέντε… Τότε έτρεφε πείσμα καί χολήν, αλλ᾿ είχε πολύ περισσότερον καί βαθύτερον συζυγικόν έρωτα, καί μόνον νύξιν ήθελεν· ήτον έτοιμος νά συγχωρήση· καί ν᾿ αγαπήση… Αλλά τώρα δέν έχει πλέον ούτε πείσμα σχεδόν ούτε οργήν, ηγάπα τήν Σινιώραν, τήν επόνει, αλλ᾿ έκλαιε πολύ περισσότερον διά τό θυγάτριόν του, τό Κουμπώ, «τό καημένο, τό ευάγωγο!»
Εκείνην τήν φοράν, ο παπα-Νικόλας, άμα έφθασε τήν παραμονήν, ακολουθούμενος από πλήθος προσκυνητών διά τήν πανήγυριν, εστάθη πλησίον τής θύρας τού ναού, παρά τήν γωνίαν, καί τού είπε μυστηριωδώς:
― Θά ᾽χης μουσαφιρλίκια, θαρρώ.
― Τί τρέχει, παπά; ηρώτησε μειδιών ο Φραγκούλας, όστις εμάντευσε πάραυτα.
― Θά σού έλθη τ᾿ ασκέρι… Κοίταξε, Φραγκούλη, φρόνιμα, χωρίς πείσματα…
Ο παπάς, ασκέρι λέγων, εννοούσε προφανώς τήν οικογένειαν τού Φραγκούλα· αλλά τάχα μόνον τά παιδία τά δύο μεγαλύτερα εκ τών τεσσάρων; ― καθόσον τά άλλα δύο τά μικρά, δέν θά ηδύναντο νά κουβαληθούν εις διάστημα τριών ωρών οδοιπορίας χωρίς τήν μητέρα των. Ο Φραγκούλης ηθέλησε νά βεβαιωθή.
― Θά ᾽ρθη μαζί κ᾿ η μάννα τους;
― Βέβαια… πιστεύω, είπεν ο παπάς.
***

Τώ όντι, όταν εβράδιασε καλά, καί ήρχισε νά σκοτεινιάζη, η κυρα-Σινιώρα ήλθε, μαζί μέ τήν γραίαν μητέρα της, καί μέ τά τέσσαρα παιδιά της, εν συνοδία καί άλλων προσκυνητριών, γειτονισσών ή συγγενών της. Από πολλών μηνών δέν είχεν ιδεί τόν σύζυγόν της, όστις είχε κατοικήσει χωριστά, ― εις ευτελές δωμάτιον, χάριν ταπεινώσεως, τό οποίον ωνόμαζε «τό κελλί του», καί έζη από μηνών ως καλόγηρος. Επλησίασε δειλή, κάτω νεύουσα· ο Φραγκούλης ίστατο εκεί, παραπέρα από τήν θύραν τής εκκλησίας, κ᾿ έκαμνε πώς έβλεπεν αλλού, καί πώς επρόσεχεν είς τινα ομιλίαν περί αγροτικών υποθέσεων, μεταξύ δύο ή τριών χωρικών.
Η Σινιώρα εισήλθεν εις τόν ναΐσκον, επροσκύνησεν, εκόλλησε κηρία, καί ησπάσθη τάς εικόνας. Είτα, μετά τινα ώραν, εξήλθεν. Επλησίασε συνεσταλμένη, κ᾿ εχαιρέτισε τόν σύζυγόν της. Ούτος έτεινε πρός αυτήν τήν χείρα, καί ησπάσθη φιλοστόργως τά τέκνα του.
Ήδη ενύκτωνε, καί εψάλη ο Μικρός Εσπερινός. Ακολούθως, μετά τό λιτόν σαρακοστιανόν τό οποίον έφαγον κατά ομάδας καθίσαντες οι διάφοροι προσκυνηταί, εδώ κ᾿ εκεί, επί τών χόρτων καί τών ερειπίων, ο Φραγκούλης ητοίμασεν ιδιοχείρως ξύλινον σήμαντρον, πρόχειρον, κατά μίμησιν εκείνων τά οποία συνηθίζονται εις τά μοναστήρια, καί φέρων τρείς γύρους περί τόν ναόν, τό έκρουσε μόνος του, πρώτον εις τροχαϊκόν ρυθμόν, «τόν Αδάμ, Αδάμ, Αδάμ!» είτα εις ιαμβικόν, «τό τάλαντον! τό τάλαντον!»
Ευθύς τότε, τά δύο παιδία τού Φραγκούλα, καί πέντε ή έξ άλλοι μικροί μοσχομάγκαι, ανερριχήθησαν επάνω εις τήν στέγην τού ναού, άνωθεν τής θύρας, καί ήρχισαν νά βαρούν τρελά, αλύπητα, αχόρταστα, τόν μικρόν μισορραγισμένον κώδωνα, τόν κρεμάμενον από δύο διχαλωτών ξύλων εκεί επάνω. Ύστερον από πολλάς φωνάς, μαλώματα καί επιπλήξεις τού Φραγκούλα, τού μπαρμπα-Δημητρού τού ψάλτου, καί τού Παναγιώτου τής Αντωνίτσας (ενός καλού χωρικού, όστις δέν εκουράζετο νά τρέχη εις όλα τά εξωκκλήσια, καί νά κάμνη «κουμάντο», εωσού επί τέλους η Δημαρχία ηναγκάσθη νά τόν αναγνωρίση ως ισόβιον επίτροπον όλων τών εξοχικών ναών), τά παιδία μόλις έπαυσαν οψέποτε νά κρούουν τόν κώδωνα, κ᾿ εξεκόλλησαν τέλος από τήν στέγην τού ναΐσκου. Ο παπα-Νικόλας έβαλεν ευλογητόν, καί ήρχισεν η ακολουθία τής Αγρυπνίας.
Ο Φραγκούλας ήτο τόσον ευδιάθετος εκείνην τήν εσπέραν, ώστε από τού «Ελέησόν με ο Θεός», τής αρχής τού Αποδείπνου, μέχρι τού «Είη τό όνομα», εις τό τέλος τής Λειτουργίας ―όπου η παννυχίς διήρκεσεν οκτώ ώρας άνευ διαλείμματος― όλα τά έψαλε καί τά απήγγειλε μόνος του από τού δεξιού χορού, μόλις επιτρέπων εις τόν κύρ Δημητρόν, τόν κάτοχον τού αριστερού χορού, νά λέγη κι αυτός από κανένα τροπαράκι, διά νά ξενυστάξη. Έψαλε τό «Θεαρχίω νεύματι» καί εις τούς οκτώ ήχους μοναχός του, προφάσει ότι ο κύρ Δημητρός «δέν εύρισκεν εύκολα τόν ήχον», ήτοι δέν ηδύνατο νά μεταβή αβιάστως καί άνευ χασμωδίας από ήχου εις ήχον. Εις τό τέλος τού Εσπερινού, μοναχός του εδιάβασε τό Συναξάρι, καί, χωρίς νά πάρη ανασασμόν, μοναχός του πάλιν ήρχισε τόν Εξάψαλμον. Έψαλε Καθίσματα, Πολυελέους, Αναβαθμούς καί προκείμενα, είτα όλον τό «Πεποικιλμένη» έως τό «Συνέστειλε χορός», καί όλον τό «Ανοίξω τό στόμα μου» έως τό «Δέχου παρ᾿ ημών». Είτα έψαλεν Αίνους, Δοξολογίαν, εδιάβασεν Ώρας καί Μετάληψιν, πρός χάριν όλων τών ητοιμασμένων διά τήν Θείαν Κοινωνίαν, καί εις τήν Λειτουργίαν πάλιν όλα, Τυπικά, Μακαρισμούς, Τρισάγιον, τό Χερουβικόν, τό «Αι γενεαί πάσαι», τό Κοινωνικόν, κτλ. κτλ.
Όλα αυτά τά ενθυμείτο ακόμη, ως νά ήτον χθές, ο γερο-Φραγκούλας, καί είχον παρέλθει δεκαπέντε έτη έκτοτε. Ακόμη καί μικρά τινα φαιδρά επεισόδια, τά οποία συνέβησαν εις τήν Λιτήν, μικρόν πρό τού μεσονυκτίου, κατά τήν έξοδον τής ιεράς εικόνος εις τό ύπαιθρον. Επειδή αι γυναίκες είχαν κολλήσει πολλά καί χονδρά κηρία, τά πλείστα έργα αυτών τών ιδίων χειρομάλακτα, τά δέ κηρία συμπλεκόμενα εις δέσμας καί περιπλοκάδας από τόν Παναγιώτην τής Αντωνίτσας, τόν πρόθυμον εις τήν υπηρεσίαν τής ιεράς πανηγύρεως, είχαν λαμπαδιάσει, εις μίαν στιγμήν ολίγον έλειψε νά πάρη φωτιάν τό φελόνι τού παπά, είτα καί τό γένειόν του. Τότε ο Παναγιώτης τής Αντωνίτσας, μή ευρίσκων άλλο προχειρότερον μέσον, ήρπαζε τάς ογκώδεις δέσμας τών φλεγόντων κηρίων, τάς έφερε κάτω εις τό έδαφος, κ᾿ επάτει δυνατά μέ τά τσαρούχια του διά νά τά σβήση. Αι γυναίκες δυσφορούσαι εγόγγυζον, νά μήν πατή τά κηριά, γιατί είναι κρίμα.
Τότε είς τών παρεστώτων, υιός πλουσίου τού τόπου, από εκείνους οίτινες εις τό ύστερον κατέστησαν δανεισταί τού Φραγκούλα ―καί όστις ελέγετο ότι εμελέτα εις τάς εκλογάς νά βάλη κάλπην ως υποψήφιος δήμαρχος― ηκούσθη νά λέγη ότι πρέπει νά μάθουν νά κάμνουν «οικονομία, οικονομία στά κηριά! η νύχτα μεγαλώνει… ισημερία τώρα, κοντεύει… έχει νύχτα…»
Αλλ᾿ αι γυναίκες, ενώ ήξευραν, καλύτερα από εκείνον, όλας τάς οικονομίας τού κόσμου, δέν εννοούσαν τί θά πή «οικονομία στά κηριά», αφού άπαξ είναι αγορασμένα καί πληρωμένα, καί είναι μελετημένα καί ταμένα εξ άπαντος νά καούν, διά τήν χάριν τής Παναγίας. Μία απ᾿ αυτάς, γερόντισσα, ανεπόλησε κάτι τι δι᾿ ένα θαύμα, τό οποίον είχεν ακούσει από τό συναξάρι τού Αγίου Δημητρίου, όπου ο Άγιος, εις τήν Σαλονίκην, επέπληξεν αυστηρώς τόν νεωκόρον, έχοντα τήν μανίαν νά σβήνη μισοκαμένα τά κηριά ― καί η γερόντισσα ήρχισε νά τό διηγήται χθαμαλή τή φωνή εις τήν πλησίον της: «Αδελφέ Ονήσιμε, άφες νά καούν τά κηρία, όσα προσφέρουν οι χριστιανοί, καί μή αμαρτάνης…»
Τήν ιδίαν ώραν συνέβη καί τούτο. Ενώ ο παπάς απήγγελλε τάς μακράς αιτήσεις τής Λιτής, επισυνάπτων καί τά ονόματα όλα, ζωντανά καί πεθαμένα, όσα τού είχον υπαγορεύσει αφ᾿ εσπέρας αι ευλαβείς προσκυνήτριαι, ο Φραγκούλης έψαλλε μεγαλοφώνως τό τριπλούν «Κύριε Ελέησον» μέ τήν χονδρήν φωνήν του, καί μέ όλον τό πάθος τής ψαλτικής του. Τότε ο μπαρμπα-Δημητρός, όστις εφαίνετο νά είχε πειραχθή ολίγον, ίσως διότι ο Φραγκούλας εν τή ψαλτομανία του δέν τού επέτρεπε νά πή κ᾿ εκείνος ένα τροπαράκι σωστό (διότι άμα ήρχιζεν ο Δημητρός τό δικό του, ο Φραγκούλας, μέ τήν γερήν, κεφαλικήν φωνήν του, εκθύμως συνέψαλλε, τού ήρπαζε τήν πρωτοφωνίαν, καί υπέτασσε καί εκάλυπτε τήν ασθενή καί τερετίζουσαν φωνήν εκείνου), έλαβε τό θάρρος νά τού κάμη παρατήρησιν.
―  Πιό σιγά, πιό ταπεινά, κύρ Φραγκούλη· σιγανώτερα νά τό λές τό Κύριε ελέησον, γιατί δέν ακούονται τά ονόματα, καί θέλουν οι γυναίκες νά τ᾿ ακούνε.
Είχε κάπως δίκαιον, διότι πράγματι αι γυναίκες απήτουν νά λέγωνται εκφώνως τά ονόματα, όσα είχαν ειπεί εις τόν παπάν νά γράψη. Εννοούσαν νά τ᾿ ακούη κι ο Θεός κ᾿ η Παναγία κι όλος ο κόσμος. Η καθεμία ήθελε ν᾿ ακούση «τά δικά της τά ονόματα», καί νά τ᾿ αναγνωρίση, καθώς απηγγέλλοντο αραδιαστά. Άλλως θά είχαν παράπονα κατά τού παπά, κι ο παπάς άν ήθελε νά φάγη κι άλλοτε, εις τό μέλλον, προσφορές, ώφειλε νά τά έχη καλά μέ τίς ενορίτισσες.
Τότε η Αργυρή, η πρωτότοκος τού Φραγκούλα, ούσα τότε δωδεκαέτις, πονηρά, θυμόσοφος κορασίς, καθώς έστεκε πλησίον εις τόν πατέρα της, εψήλωσεν ολίγον διά νά φθάση εις τό ούς του, καί τού λέγει κρυφά:
― Πατέρα, άφησε καί τόν μπαρμπα-Δημητρό νά ψάλη «Κύριε ελέησον».
Τούτο ήτο ως έμπνευσις καί βοήθημα διά τόν Φραγκούλην. Επειδή ούτος δέν ήθελε φανερά νά υπακούση εις τήν σχεδόν αυθάδη παραίνεσιν τού Δημητρού, καί πάλιν δέν ήθελε νά δείξη ότι εθύμωσεν, εστράφη πρός τόν καλόν γέροντα, καί τού λέγει:
― Πέ, Δημητρό, σαράντα φορές τό «Κύριε ελέησον».
Τότε ο μπαρμπα-Δημητρός, όστις άν καί είχε γηράσει, δέν είχε μάθει ακόμη καλά τά Τυπικά, καί δέν ήξευρεν ακριβώς πότε κατά τήν Λιτήν τό Κύριε ελέησον λέγεται τρίς καί πότε τεσσαρακοντάκις, ήρχισε πράγματι νά τό ψάλλη σαράντα φορές, ώστε ο παπάς εβιάσθη ν᾿ απαγγείλη ραγδαίως καί αθρόα τά τελευταία ονόματα, καί, διά νά είναι σύμφωνος μέ τόν ψάλτην, ήρχισε πρό τής ώρας νά λέγη: «…υπέρ τού διαφυλαχθήναι… από λιμού, λοιμού, σεισμού, καταποντισμού, πυρός, μαχαίρας» καί τά εξής.
***
Τέλος, μετά τήν λειτουργίαν, ο παπάς, ο Φραγκούλας καί η οικογένειά του, καί ολίγοι φίλοι, εκάθισαν κ᾿ έφαγαν ομού καί ηυφράνθησαν, καί τήν εσπέραν ο Φραγκούλης επανήρχετο, ειρηνικώς καί μέ αγάπην, μετά τής συζύγου καί τών τέκνων του, υπό τήν οικιακήν στέγην.

Πρίν παρέλθη έτος, εγεννήθη η Κούμπω. Η κόρη αύτη, πλάσμα χαριτωμένον καί συμπαθές, ανετρέφετο καί ηλικιούτο, εγίνετο τό χάρμα καί η παρηγορία τού πατρός της. Δέν είχε μόνον νοημοσύνην πρώιμον, αλλά κάτι άλλο παράδοξον γνώρισμα, οιονεί χαρακτήρα φρονίμου γυναικός εις ηλικίαν παιδίσκης. Ύστερον, μετά χρόνους, όταν επήλθεν ο δεύτερος χωρισμός, η Κούμπω, οκταέτις τότε, έτρεχε πλησίον τού πατρός της, εις τό «κελλί του», όπου κατώκει εις τήν ανωφερή εσχατιάν τής πολίχνης, καί τόν εγέμιζε περιποιήσεις καί τρυφερότητας.
Αυτή μόνη εδέχετο προθύμως τούς πατρικούς χαλινούς, ενώ τά άλλα τέκνα δέν ήρχοντο ποτέ πλησίον τού πατρός των, καί διά τούτο εκείνος τήν ωνόμαζε «τό ευάγωγο». Καθημερινώς έτρεχε νά τόν εύρη, καί δέν έπαυε νά τόν παρακαλή:
―Έλα, πατέρα, στό σπίτι· μή μάς αφήσης, λέγ᾿ η μητέρα, ζωνταρφανά.
Μίαν τών ημερών έτρεξε δρομαία, φαιδρά, καί πνευστιώσα τού είπε:
―  Τά ᾽μαθες, πατέρα;… Θά παντρέψουμε τ᾿ Αργυρώ μας… Έλα στό σπίτι, γιατί δέν είναι πρέπο, λέγει η μητέρα, νά είστε χωρισμένοι εσείς, πού θά παντρευτή τ᾿ Αργυρώ μας… γιά νά μήν κακιώση ο γαμπρός!…
Τώ όντι ο Φραγκούλας επείσθη, κ᾿ εφιλιώθη μέ τήν σύζυγόν του. Ηρραβώνισαν τήν Αργυρώ, είτα μετ᾿ ολίγους μήνας τήν εστεφάνωσαν… Είτα πάλιν επήλθε τρίτος χωρισμός μεταξύ τού παλαιού ανδρογύνου, καί μ᾿ ένα γεροντόπαιδον μαζί, τό οποίον ήλθεν εις τόν κόσμον σχεδόν συγχρόνως μέ τόν γάμον τής πρωτοτόκου.
Τότε η Κούμπω, ήτις είχε γίνει δεκατριών ετών, δέν έπαυε νά τρέχη πλησίον τού πατρός της, καί νά τόν παρακινή ν᾿ αγαπήση μέ τήν μητέρα.
Μίαν ημέραν, θλιβερά τού είπε:
― Δέν θά μπορώ πλέον νά ᾽ρχωμαι ούτε στό κελλί σου, πατέρα. Είναι κάτι κακές γυναίκες, εκεί στό μαχαλά, στό δρόμο πού περνώ, καί τίς άκουσα πού λέγανε, καθώς περνούσα: «Νά τό κορίτσι τής Φραγκούλαινας, πού τήν έχει απαρατήσει ο άντρας της…» Δέν τό βαστώ πλέον, πατέρα…
Τώ όντι παρήλθον τρείς ημέραι, καί η Κούμπω δέν εφάνη εις τό κελλί τού πατρός της. Τήν τετάρτην ημέραν ήλθε πολύ ωχρά καί μαραμένη, εφαίνετο νά πάσχη.
― Τί έχεις, κορίτσι μου; τής είπεν ο πατήρ της.
―Άν δέν έλθης, πατέρα, τού απήντησεν αποτόμως αίφνης, μέ παράπονον καί μέ πνιγμένα δάκρυα, νά ξεύρης, θά πεθάνω απ᾿ τόν καημό μου!…
―Έρχομαι, κορίτσι μου, είπεν ο Φραγκούλης.
Τώ όντι, τήν άλλην ημέραν επήγεν εις τήν οικίαν. Αλλ᾿ η νεαρά κόρη έπεσε πράγματι ασθενής, καί είχε δεινόν πυρετόν. Όταν ο πατέρας ήλθε παρά τήν κλίνην της, καί τής ανήγγειλεν ότι έκαμεν αγάπην μέ τήν μητέρα της, διά νά χαρή, ήτον αργά πλέον. Η τρυφερά παιδίσκη εμαράνθη εξ αγνώστου νόσου, καί ούτε φάρμακον ούτε νοσηλεία ίσχυσε νά τήν ανακαλέση εις τόν πρόσκαιρον κόσμον. Εκοιμήθη χωρίς αγωνίαν καί πόνον, εξέπνευσεν ως πουλί, μέ τήν λαλιάν εις τό στόμα:
― Πατέρα! πατέρα! στήν Παναγία νά κάμετε μιά λειτουργία… μέ τήν μητέρα μαζί…
Είπε καί απέθανε.

Ο Φραγκούλης έκλαυσεν απαρηγόρητα· έκλαυσεν αχόρταστα, ομού μέ τήν σύζυγόν του… Κατόπιν απεσύρθη, κ᾿ εξηκολούθησε νά κλαίη μόνος του, εις τήν ερημίαν..
Ο τελευταίος ούτος χωρισμός ήτον μάλλον φιλικός καί μέ τήν συναίνεσιν τής Σινιώρας, ήτις έβλεπεν ότι ο γέρων σύζυγός της επεθύμει μάλλον νά γίνη μοναχός. Ο Φραγκούλης ενθυμείτο τήν τελευταίαν σύστασιν τής Κούμπως, «μέ τήν μητέρα μαζί». Μόνον έν παροδικόν πείσμα τού είχεν έλθει. Τού εφάνη ότι αι ίδιαι αδελφαί της, η ύπανδρος, καί η άλλη η δευτερότοκος, δέν τήν ελυπήθησαν όσον έπρεπε, δέν τήν επένθησαν όσον τής ήξιζε, τήν ατυχή μικράν, τήν Κούμπω. Έκτοτε εξηκολούθει νά ζή ολομόναχος πάλιν, τώρα, «επί γήραος ουδώ». Καί ενθυμείτο τόν στίχον τού Ψαλτηρίου: «Μή απώση με εις καιρόν γήρως… καί έως γήρως καί πρεσβείου μή εγκαταλίπης με».
Καί τήν ημέραν αυτήν, τήν παραμονήν τής Κοιμήσεως πάλιν, τόν ευρίσκομεν νά κάθηται εις τό προαύλιον τού ναΐσκου, καί νά καπνίζη μελαγχολικώς τό τσιμπούκι του, μέ τόν ηλέκτρινον μαμέν… αναλογιζόμενος τόσα άλλα καί τούς οχληρούς δανειστάς του, οι οποίοι τού είχαν πάρει εν τώ μεταξύ τό καλύτερον κτήμα· ένα ολόκληρον βουνόν, ελαιώνα, άμπελον, αγρόν μέ οπωροφόρα δένδρα, μέ βρύσιν, μέ ρέμα καί νερόμυλον … καί νά εκχύνη τά παράπονά του εις θρηνώδεις μελωδίας πρός τήν Παναγίαν.
«Εκύκλωσαν αι τού βίου με ζάλαι, ώσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε…»
Κ᾿ επόθει ολοψύχως τόν μοναχικόν βίον, ολίγον αργά, κ᾿ επεκαλείτο μεγάλη τή φωνή τόν «Γλυκασμόν τών Αγγέλων, τών θλιβομένων τήν χαράν», όπως έλθη εις αυτόν βοηθός καί σώτειρα·
«αντιλαβού μου καί ρύσαι,
τών αιωνίων βασάνων…»
(1906) 
























ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΚΗ ΨΥΧΟΓΥΙΟΥ " Στις Παναγιές που διάβηκα "



Ανοιχτά
τα ξωκλήσια των βράχων
κι οι κρύπτες της Πίστης, 
Δεκαπενταύγουστου φως!
Στις στεργιανές Παναγιές που διάβηκα,
μύρα κι αλληλέγγυα θαύματα.
Μεγάλη του ονόματος η Χάρη
φυλαχτό στης ανάγκης το σώμα,
χάδι, στης λύπης το άγγιγμα.
Κερί αναφτό η παράκληση,
παραμιλά στα χείλη η συγνώμη,
λύτρωσες κυοφορεί το δάκρυ
το απέθαντο.
Στην Ωραία Πύλη,
ευλογία του Ευαγγελίου τα λόγια.
Σιμά τους η Αγάπη, άνθισε
και φέτος…

13/8/2017








Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

ΦΡΟΣΩ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ " Ατιτλο "


Πορφυρό ολόγιομο φεγγάρι
άσος που κρύβει ο Αύγουστος στο μανίκι του
και στις θύμισές μου
παιδιά
που ζουλούσαμε τα μπουμπούκια από τις πορφυρές παπαρούνες ν' ανοίξουν με το ζόρι.
Ύστερα
μάζευες τα πέταλα και μου στόλιζες τα μαλλιά...
"Σου πάει πολύ το κόκκινο"
--μού 'λεγες--
κι εγώ κοιταζόμουν στον καθρέφτη των ματιών σου
νιώθοντας η βασίλισσά σου.
Από τότε
φετίχ μου έμεινε να έχω κάτι
έστω και τόσο δα κόκκινο, πάνω μου
κι ας μην έχω πια τα μάτια σου να κοιταχτώ.
Καληνύχτα αγάπη μου!
Μια στάλα κόκκινο κρασί στην υγειά σου πίνω
--όπου κι αν είσαι--





ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ - ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΞΕΚΑΘΑΡΟΙ.... ΛΟΓΙΑ ΞΕΚΑΘΑΡΑ....



Γνωρίζετε ποια είναι η πιο δύσκολη γλώσσα; Είναι η γλώσσα την οποία μιλούν οι ξεκάθαροι άνθρωποι. Ομιλείται δε από πολύ λίγους. Δυστυχώς οι ξεκάθαροι άνθωποι ανήκουν σε πολύ μικρή κατηγορία, είναι είδος σε ανεπάρκεια. Είναι αυτοί που δεν έχουν να αποδείξουν σε κανέναν τίποτα. Οι κουβέντες τους διακρίνονται για τη ντομπροσύνη τους, τα λόγια τους είναι ξεκάθαρα, σταράτα, είναι αυτά που θα σου πουν κοιτάζοντας στα μάτια, στα μούτρα, είναι λόγια αληθινά και ας πονάνε ενίοτε, αξίζουν όμως. Δεν υπάρχει περίπτωση να τα μπερδέψουν, να τα μασήσουν γι΄αυτό και ξεχωρίζουν.
Οι άνθρωποι αυτοί ξεχωρίζουν γιατί ξηγιούνται χωρίς ίχνος υπεκφυγής, ξηγιούνται σπαθί, ξηγιούνται τίμια, ηθικά και δεν διακατέχονται από φόβο για να πουν αυτό που θέλουν και αυτό που αισθάνονται. Τα λόγια τους είναι βγαλμένα απ΄τα βάθη της ψυχής τους, είναι λόγια ατόφια, καθάρια όπως καθάρια είναι η όψη τους αλλά και το βλέμμα τους. Είναι αυτοί οι άνθρωποι που δεν έχουν κανέναν δισταγμό να κοιτάξουν κατάματα και να μιλήσουν με τη γλώσσα της αλήθειας που η ριμάδα είναι γλώσσα τόλμης την οποία δυστυχώς μεγάλη μερίδα ανθρώπων δεν έχει το σθένος να την τολμήσει.... Είναι ευλογία όσοι εξ ημών έχουν το τσαγανό να την ομιλούν.
Στα ξεχωριστά αυτά άτομα η προσποίηση είναι άγνωστη. Επ΄ουδενί τα άτομα αυτά θα παίξουν με τις ψυχές των άλλων και επ΄ουδενί θα εκμεταλλευτούν συναισθήματα για να εξυπηρετήσουν τα όποια συμφέροντά τους. Γνωρίζουν να διεκδικούν και στο τέλος κερδίζουν αυτό που θέλουν. Δημιουργούν σχέσεις και δεν σκιάζονται ούτε φρικάρονται από αυτές. Δεν επιχειρούν να αποφύγουν τις δεσμεύσεις, ούτε φοβούνται μήπως και τσαλακώσουν την εικόνα τους. Το γέλιο τους πηγάζει μέσα απ΄τη καρδιά τους, δεν διστάζουν να κλάψουν, το δάκρυ δε του κλάματός τους είναι δάκρυ που αναβλύζει απ΄τα ενδότερα της ψυχής τους.
Οι άνθρωποι αυτοί ξεχωρίζουν γιατί μιλάνε λίγο, γνωρίζουν όμως πολλά. Είναι άνθρωποι των πράξεων και όχι των αέρινων λόγων και θεωριών. Αρέσκονται στην ποιότητα και όχι στη ποσότητα. Δεν είναι απομίμηση ή παραλλαγή κάποιου άλλου, αλλά είναι αυθεντικοί, έχουν αυτογνωσία, είναι ο εαυτός τους, είναι περήφανοι γι αυτό και δεν διστάζουν να το διαδώσουν ευρέως. Διακρίνονται για τη πίστη στον εαυτό τους και στις δυνατότητες που αυτός εκπέμπει. Χαρακτηρίζονται για τη γνώση του εαυτού τους και των χαρακτηριστικών που αυτός έχει. Γνωρίζουν τι θέλουν και δεν το αναζητούν σε κάθε σταθμό κατά τη διαδρομή τους στο διάβα της ζωής. Ξέρουν να πατούν στα πόδια τους σθεναρά καθ΄ότι περπατούν χωρίς να παραπατούν και να παραπαίουν όπως οι οινόφλυγες. 
Οι άνθρωποι αυτοί ξεχωρίζουν γιατί επιθυμούν την ειλικρίνεια, είναι λάτρεις της ειλικρίνειας, διακρίνονται και οι ίδιοι άλλωστε γι΄αυτήν και όχι για την προσποιητή συμπεριφορά χαρακτηριστικό της οποίας είναι η απόκρυψη των αληθινών συναισθημάτων και σκέψεων. 
Οι άνθρωποι αυτοί ξεχωρίζουν και για την αγάπης τους. Την τέχνη της αγάπης τη γνωρίζουν άριστα. Αγαπούν παθιασμένα, αληθινά, γνήσια, δίνουν πολλά, κρατούν όμως και για τον εαυτό τους ''κάτι''... Είναι αυτό που σε τυχόν απογοήτευση επέλθει στον μέλλον θα μετριάσει τον πόνο. Ο σεβασμός προς τον σύντροφό τους είναι δεδομένος, φανερός και το φέρσιμό τους ό,τι ακριβώς του αρμόζει.Προκειμένου δε να πετύχουν τις όποιες προσωπικές τους φιλοδοξίες δε υπάρχει περίπτωση να χρησιμοποιήσουν τα αισθήματα του συντρόφου τους. Δεν του προκαλούν ανασφάλειες και φοβίες. Αντίθετα, η προστασία και η φροντίδα τους είναι υπαρκτή και ολοφάνερη, όπως είναι και η αγάπη τους την οποία δεν εχουν μάθει να κρύβουν κάτω απ΄το χαλί. 
Ό,τι προσφέρεται στους ανθώπους αυτούς γνωρίζουν τον τρόπο πως να το εκτιμήσουν και έχουν μάθει να αναγνωρίζουν την αξία που έχει ο κάθε άνθρωπος. Δεν υπάρχει περίπτωση να αποδοκιμάσουν ανθρώπους με λόγια, κινήσεις ή μορφασμούς που έχουν χαρακτήρα εμπαιγμού, δεν υπάρχει περίπτωση να υποτιμήσουν ανθρώπους. Επιδεικνύουν αδιαφορία προς τις μικρότητες και αντιμετωπίζουν τις δισκολίες με αξιοπρέπεια και χιούμορ, δεν γονατίζουν. 
Κύρια χαρακτηριστικά των ξεχωριστών ανθρώπων, των αληθινών ανθρώπων είναι η απέχθεια προς το ψέμα, η αγάπη προς τη γνησιότητα και τη ντομπροσύνη και το μίσος προς την υποκρισία. Δεν επιδιώκουν τον σεβασμό των άλλων προς το πρόσωπό τους. Όμως τον κερδίζουν και τον κερδίζουν με τους τρόπους τους, με τη συμπεριφορά τους. Με τη στάση τους κερδίζουν την προσοχή των άλλων την οποία ούτε αυτή επιδιώκουν. Από τους άλλους ανθρώπους ξεχωρίζουν για το τσαγανό τους και την ικανότητα προσέγγισης κάποιου με ειλικρίνεια, απλότητα, σαφήνεια και ακρίβεια. Ξεχωρίζουν επίσης για το εγκάρδιο και όχι προσποιητό χαμόγελο. Δεν έχουν κανέναν ενδοιασμό να φανερώσουν τη συμπάθειά τους αλλά και τις αντιπάθειές τους. Δεν σχετίζονται με το πλήθος που δρα μαζικά χωρίς οργάνωση, ανεξέλεγκτα και βίαια. Οι φίλοι των ανθρώπων αυτών είναι λίγοι, είναι όμως φίλοι αληθινοί, φίλοι καρδιακοί.
Οι ξεχωριστοί άνθρωποι κατά το πέρασμά τους απο τό κακοτράχαλο μονομάτι της ζωής, ακολουθούν μια πορεία σταθερή. Βεβαίως έχουν μάθει να ακούν αλλά δεν απομακρύνονται από τις θέσεις τους και τις αρχές τους. Η επιβεβαίωση από τους άλλους είναι περιττή γι΄αυτούς, ούτε η επιβράβευση τους είναι αναγκαία. Προβάλλουν σθεναρή αντίσταση σε τάσεις παροδικές που διαμορφώνονται σε συγκεκριμένο τομέα και ακολουθούνται από μεγάλη μάζα ανθρώπων. Τις θέσεις τους και τις απόψεις τους τις υποστηρίζουν με πάθος και προπαντός δεν κρύβονται από ανθρώπους τους οποίους δεν φοβούνται να αντιμετωπίσουν αλλά ούτε και από καταστάσεις τις οποίες επίσης δεν φοβούνται να αντιμετωπίσουν. 
Οι περί ου ο λόγος άνθρωποι, δεν συμμετέχουν σε ''μυστικά'' δείπνα μήτε σε συναθροίσεις ''κρυφές''. Δεν έχουν μάθει να δρουν κάτω απ΄το τραπέζι. Δεν έχουν μάθει να ενεργούν στα σκοτάδια αλλά στο φως. Εκεί τους οδηγεί η ψυχή τους.
Στη κατηγορία αυτή των ανθρώπων, οι άνθρωποι είναι λιγοστοί, σπανίζουν γιατί τολμούν να είναι ο εαυτός τους και δεν έχουν να αποδείξουν τίποτα μα τίποτα σε κανέναν.